Tuesday, February 15, 2011

Εξιλασμός


- Δεν αντέχω πια την ύπαρξη μου

- Ζυλιέτ, προσπάθησε να ξεχάσεις.

- Δεν ξεχνιέται εκείνη η νύχτα.


Κοντινό πλάνο: Το ημερολόγιο. Ο άνεμος από το ανοιχτό παράθυρο γυρίζει τα φύλλα αντίστροφα. 27 Μαρτίου 2009. Το πλάνο φλουτάρει και νετάρει ξανά. Ανοιχτό ημερολόγιο. 27 Μαρτίου 1997…


Πάνω στο τραπέζι ένα σακουλάκι λευκή σκόνη. Ανοιχτό καθρεφτάκι, κοπίδι, ένα μπουκάλι τζιν, τσιγάρα…


Πολύ Κοντινό: Προφίλ της Ζυλιέτ. Μάτια δακρυσμένα.

- Μαμά, μαμά… κοίτα τι ζωγράφισα…

- Γαμώ τον πατέρα σου, μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια η Ζυλιέτ.

- Μαμά, μαμά… κοίτα! Επίμονο τράβηγμα από το μανίκι…

- Τι είναι αυτή η σκόνη μαμά;

- Πήγαινε για ύπνο, Χλόη.

- Πες μου τι είναι;

- Φάρμακο. Για τους πονοκεφάλους μου.

- Θα δεις τι ζωγράφισα;


Η Ζυλιέτ σηκώνεται να κλείσει το παράθυρο. Ο αέρας έχει δυναμώσει. Την κοιτώ με απόγνωση.

- Ως πότε θα κατηγορείς τον εαυτό σου;

- Παράτα με Άρη. Άντε και γαμήσου με καμιά από τις πουτάνες σου και παράτα με.

Κλείνει το άλμπουμ μπροστά της. Με ξανακοιτάει.

- Άντε και γαμήσου ρε φίλε…


Βρέχει. Προσπαθώ να βάλω το κλειδί στην εξώπορτα. Ακούγεται μουσική.

‘Σκέφτομαι’: Σκατά…καλύτερα να μείνω όλη τη νύχτα έξω στη βροχή. Είναι ένας τρόπος να αποχαιρετίσεις.

Η πόρτα ανοίγει από μέσα. Ένοικος του διπλανού διαμερίσματος. Χαμογελά εχθρικά…

- Καλησπέρα σας

- Καλησπέρα σας…

Σκέφτομαι: ‘Ποιος είναι ο όροφος… Δε γαμιέται…’

Μπαίνω στο διαμέρισμα. Κατευθύνομαι στο συρτάρι. Απελπισμένος ψάχνω τη λήθη…


Μεσαίο:

- Δηλαδή ρε Άρη, είσαι τόσο μαλάκας; Δεν υπάρχει τίποτα πια. Δεν καταλαβαίνεις; Γιατί με βασανίζεις. Ωχ, βούλωσε το επιτέλους!

Η Ζυλιέτ έχει βγάλει τη ρόμπα. Είναι γυμνή. Θεσπέσιο σώμα. Πλησιάζει.

- Α! Θες να με γαμήσεις έτσι; Έλα λοιπόν…

Την αγκαλιάζω. Σε λίγα δευτερόλεπτα είμαι μέσα της. Η Ζυλιέτ βογκάει.

- Και τώρα τι λες; Ίσα που βγαίνει η φωνή μου.

- Είσαι πολύ μαλάκας! Να τι λέω. Ψιθυρίζει.

Ο οργασμός της είναι θορυβώδης. Ακολουθώ.


Κοντινό πλάνο: Ημερολόγιο. 27 Μαρτίου 1997.

- Πήγαινε για ύπνο σου είπα. Τώρα.

Φωνή υστερική.

- Μαμά φοβάμαι… κοίτα τι ζωγράφισα.

Ζωγραφιά: Λεπρός κλόουν. Μάτια γουρλωμένα. Μαχαίρι που αιωρείται πάνω από το κεφάλι του. Αίμα. Παντού.

- Είσαι προβληματική, σαν τον πατέρα σου. Πήγαινε για ύπνο…

- Σ’ αγαπάω…

- Μη μου μιλάς εμένα για αγάπη…

- Μαμά που είναι η άσπρη σκόνη;

- Στα ρουθούνια μου…εξαφανίσου μπάσταρδο…


Την αγκαλιάζω.

- Γιατί δεν προσπαθείς λίγο;

- Ξεχαρμάνιασες; Εντάξει;

- Γιατί μιλάς έτσι Ζυλιέτ…

- Εντάξει… κι εμένα μου άρεσε. Δεν πας στα κομμάτια τώρα;

- Δε θα τη φέρεις πίσω έτσι…

- Είσαι τελείως μαλάκας… δεν ξέρεις τίποτα. Πες μου…ξέρεις τι έγινε εκείνο το βράδυ; Αρχίδια ξέρεις…

Κάτι ξέρω… Βροχή, άσπρη σκόνη, ένας κλόουν αιμόφυρτος… ένα μαχαίρι… Βάζω μια πίτσα στο φούρνο μικροκυμάτων. Ένα τζιν στο ποτήρι. Κάθομαι κι ανοίγω το άλμπουμ.

Η Ζυλιέτ με τη Χλόη. Την πόζα τραβάει ο Αιμίλιος.

Είναι ευτυχισμένες… το μάτι της Ζυλιέτ αστράφτει. Η Χλόη είναι ήρεμη…

Κι εδώ… παραλία. Πάλι η Ζυλιέτ με το αστραφτερό μάτι. Η Χλόη πλατσουρίζει ευτυχισμένη. Την πόζα τραβάει ο Αιμίλιος.

Κλείνω το άλμπουμ. Η Ζυλιέτ κοιμάται ήρεμα σαν παιδί αθώο.

Φεύγω όσο πιο αθόρυβα μπορώ.


Κοιτάζω από το παράθυρο μου την άγρια καταιγίδα. Σκέφτομαι τον μαλάκα που συνάντησα στην πόρτα: ‘Καινούργιος θα είναι δεν τον έχω ξαναδεί…’

Χτυπάει το τηλέφωνο.

- Θα έρθεις;

- Γίνεται χαμός γλυκιά μου…

- Κατάλαβα… άντε γαμήσου…

- Ζυλιέτ…

Ακούγεται ο ήχος από κατεβασμένο τηλέφωνο.

Σκέφτομαι:. ‘Μπα… μια υστερική αντίδραση… τίποτα άλλο. Το πρωί όλα θα είναι πάλι καλά’.

- Μαμά… γιατί κρατάς το μαχαίρι;


Η Χλόη είναι κόκκινη. Ένας αιμόφυρτος κλόουν

Κοντινό:

- Καταλαβαίνεις τώρα ρε μαλάκα;

- Δώδεκα χρόνια σ’ εκείνη την κόλαση ήταν αρκετά. Πλήρωσες, Ζυλιέτ… Σταμάτα πια να κομματιάζεσαι…

- Φύγε… Μάτια που πετάνε φωτιές


Γυρίζω την πλάτη στο παράθυρο. Κλείνω τα μάτια…

Το τηλέφωνο χτυπάει. Το ρολόι στο κομοδίνο δείχνει 5. Χαράματα.

Σκέφτομαι: ‘Ποιος πούστης…’

- Συγγνώμη για την ενόχληση… η φίλη σας αυτοκτόνησε…

Κατεβάζω το ακουστικό…

Wednesday, February 9, 2011

Μοιραία Ανακάλυψη


Με τον Θανάση μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Παρέα μάθαμε, πιτσιρικάδες ακόμη, τα μυστικά της μπάλας. Μαζί και τα πρώτα γράμματα στο σχολείο. Τις πρώτες βόλτες και τις αλητείες της εφηβείας και μοιραστήκαμε τις ρομαντικές εξομολογήσεις των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων. Κάναμε αχώριστη παρέα ως το τέλος του Λυκείου. Μετά εκείνος αποφάσισε να φύγει για την Αμερική. Είχε ένα θείο εκεί, οικονομικά καλοστεκούμενο, που συνεχώς του τριβέλιζε το μυαλό να τα παρατήσει όλα και να πάει να δουλέψει κοντά του. Ήταν έλεγε μεγάλος στην ηλικία, κι άκληρος και δεν είχε κάποιον να εμπιστευτεί τη δουλειά του και τη μικρή περιουσία του. Έτσι ο Θανάσης που από τη νεανική του ηλικία έδινε ιδιαίτερη προσοχή στην οικονομική του αποκατάσταση, διαβλέποντας ότι δεν είχε και πολύ αισιόδοξες προοπτικές εδώ στην πατρίδα, το πήρε απόφαση, μάζεψε τα λιγοστά του πράγματα και ξενιτεύτηκε.

Τους πρώτους μήνες έστελνε αραιά και που κανένα γράμμα, αλλά σύντομα σταμάτησε ώστε λίγο καιρό αργότερα δεν είχα ιδέα για το που βρίσκεται και το τι κάνει. Για δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια δεν έμαθα νέο του και μόνο στις ευκαιριακέςαναδρομές του μυαλού μου στο παρελθόν θυμόμουν την ύπαρξή του.

Γι αυτό και μου έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση το ότι κρατούσα στα χέρια μου ένα δικό του γράμμα. Ένα σύντομο, παράξενο γράμμα από εκείνον που κάποτε υπήρξε κολλητός μου φίλος. Μια-δυο σειρές χαιρετισμοί έκλειναν βιαστικά τα τυπικά και ακολουθούσε το μυστήριο. Με πληροφορούσε ότι σκόπευε να επισκεφτεί την Ελλάδα τον επόμενο μήνα. Επειδή πλέον δεν είχε κανένα στη ζωή (οι δικοί του είχαν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο) προσδοκούσε στη δική μου βοήθεια. Μου ζητούσε να τον φιλοξενήσω για λίγες ημέρες, όσο θα χρειαζόταν να διεκπεραιώσει κάποιες πολύ σημαντικές του υποθέσεις, όπως έγραφε.

Αρχικά θεώρησα ότι επρόκειτο για περιουσιακά ζητήματα που θα έπρεπε να διευθετηθούν μετά τον θάνατο των γονέων του, αλλά η επισήμανσή του να μη μιλήσω σε κανέναν για την επικείμενη άφιξη του μ’ έβαλε σε σκέψεις. Απάντησα αμέσως με πολύ προθυμία ότι ήταν ευπρόσδεκτος να μείνει όσο ήθελε στο σπίτι. Και του ζήτησα να μου τηλεφωνήσει για να μου πει την ημερομηνία της άφιξής του ώστε να τον περιμένω στο αεροδρόμιο.

Πέρασαν εβδομάδες και ο Θανάσης δεν επικοινώνησε μαζί μου, ούτε τηλεφωνικώς ούτε δι’ αλληλογραφίας, έτσι που θεώρησα ότι κάτι απρόβλεπτο τον είχε αναγκάσει να ματαιώσει την επίσκεψή του. Απορροφημένος από την καθημερινότητα τον είχα σχεδόν ξεχάσει όταν ένα βράδυ, λίγο μετά που γύρισα στο σπίτι, άκουσα το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπά επίμονα. Σηκώθηκα με δυσθυμία και άνοιξα για να αντικρίσω μπροστά μου με έκπληξη τον παλιό μου φίλο.

Την αρχική έκπληξη διαδέχθηκε ο ενθουσιασμός και ύστερα η περιέργεια να ακούσω πως πέρασε όλα αυτόν τον καιρό στον ξένο τόπο. Με πληροφόρησε ότι πέρασε δύσκολα χρόνια, σκληρής δουλειάς, αλλά πως από ένα σημείο και μετά κέρδισε το στοίχημα της ζωής και τώρα ήταν οικονομικά ανεξάρτητος και άνετος. Δε σκόπευε, μου εκμυστηρεύτηκε, να γυρίσει ποτέ ξανά, ιδίως μετά τον θάνατο των γονιών του. Μέχρι που συνέβη κάτι πάρα πολύ αναπάντεχο.

Όταν πέθανε ο θείος του κληρονόμησε όλα τα υπάρχοντα του και μαζί το πολυτελές σπίτι του σε μια πολύ καλή συνοικία του Ντιτρόιτ. Μέρες μετά, σκαλίζοντας –μάλλον από πλήξη- τη βιβλιοθήκη του ανακάλυψε ένα παμπάλαιο βιβλίο, την προέλευση του οποίου ούτε ο ίδιος γνώριζε, υπέθεσε όμως πως θα επρόκειτο για ένα από τα σπάνια και περίεργα βιβλία που είχε στην κατοχή του ο θείος του. Ο ίδιος δεν ήταν λάτρης της ανάγνωσης και γι αυτό δεν μπήκε ποτέ στον κόπο ούτε καν να ξεσκονίσει εκείνα τα παλαιά βιβλία που του κληροδότησε ο θείος του λίγο πριν κλείσει τα μάτια του. Μετάνιωνε τώρα γι αυτό, μου είπε, καθώς ανακάλυψε ότι τα περισσότερα ήταν πολύ σπάνια και περιζήτητα βιβλία, με μεγάλη αξία. Κυρίως όμως μετάνιωνε επειδή αν είχε μπει στον κόπο να τα ξεφυλλίσει θα ανακάλυπτε νωρίτερα τούτο εδώ το χειρόγραφο (και λέγοντας αυτό έβγαλε από την τσέπη και κούνησε στο χέρι του ένα παλιό κιτρινισμένο χαρτί), το οποίο θα τον είχε απαλλάξει άμεσα απ’ όλες τις βιοτικές ανάγκες, από τη σκληρή δουλειά και τις οικονομικές μέριμνες. Μου ανέφερε περιληπτικά τι έγραφε.

Το χειρόγραφο , που σίγουρα δεν ανήκε στον γραφικό χαρακτήρα του θείου του, αποκάλυπτε την τοποθεσία, όπου ήταν θαμμένο κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο. Υπήρχε και κάποια ασαφής απειλή για εκείνον που θα τολμούσε να ξεθάψει αυτόν τον ‘θησαυρό’ και να τον αποκτήσει. Μου εξήγησε ότι αν και από το κείμενο δεν γινόταν σαφές το τί ακριβώς ήταν, πάντως επρόκειτο για τη λεία πειρατών στον μεσαίωνα, η οποία όμως σύμφωνα με τον θρύλο ήταν καταραμένη γιατί αποκτήθηκε με βία και αίμα. Οι ίδιοι οι πειρατές μετά την ανακάλυψη και το θάψιμο του πολύτιμου αντικειμένου, αποδεκατίστηκαν από διάφορες αιτίες, ο ένας μετά τον άλλον. Ο τελευταίος από δαύτους, λοστρόμος στο πειρατικό το έθαψε σε ‘κείνο το σημείο λίγο πριν πεθάνει κι έγραψε αυτό το σημείωμα.

Ο θείος μου’, είπε ο Θανάσης, ‘ήταν πολύ προληπτικός και δειλός κι ενώ είχε πλήρη γνώση του χειρόγραφου ποτέ δεν προσπάθησε να το αναζητήσει, φοβούμενος τις συνέπειες της κατάρας’.

Εσύ δεν υπολογίζεις σ’ αυτή την απειλή;’, τον ρώτησα.

Μη γίνεσαι παιδί, Άρη’. απάντησε. ‘Είναι δυνατόν να δώσω βάση σε τέτοιες δεισιδαιμονίες;

Έμεινε τρεις ημέρες στο σπίτι μου. Προφανώς όσες του χρειάστηκαν για να οργανώσει την εξόρμησή του στην επαρχιακή πόλη που του υποδείκνυε το παράξενο χειρόγραφο. Τον ρώτησα αν ήθελε να πάω μαζί του. Σκοτείνιασε για λίγο και μου αποκρίθηκε πως το μόνο που χρειαζόταν ήταν το να υπολογίζει σ’ εμένα σε περίπτωση που χρειαστεί κάποιο άλλοθι.

Ασφαλώς, Θανάση’ του είπα χωρίς πολύ σκέψη. Στα μάτια του διέκρινα μια αποκρουστική λάμψη αλαζονείας και απληστίας.

‘Φίλε μου, αυτό το γράμμα είναι ασφαλώς το τελευταίο που λαμβάνεις από μένα. Σου γράφω από το κρεβάτι του θανάτου. Όταν έφυγα ακολούθησα πιστά τις οδηγίες του χειρόγραφου που ανακάλυψα στο βιβλίο. Πήγα στην πόλη που ο άγνωστος συγγραφέας του μου υπέδειξε. Νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο. Από το επόμενο σούρουπο ξεκίνησα την αναζήτηση. Αν και το μέρος υποδεικνυόταν σαφώς χρειάστηκα τρεις ημέρες μέχρι να το εντοπίσω. Η πόλη έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια κι εγώ δεν μπορούσα να εμπιστευτώ κανέναν για να ρωτήσω πληροφορίες.

Όταν τελικά βεβαιώθηκα ότι βρήκα το σωστό σημείο άρχισα να σκάβω μανιωδώς. Χρειάστηκαν αρκετές ώρες διότι στο διάστημα που μεσολάβησε οι επιχωματώσεις είχαν μεγαλώσει το βάθος του σκάμματος, όπου το πολυπόθητο ήταν θαμμένο. Κι εγώ δεν είμαι και συνηθισμένος στη χειρωνακτική εργασία. Εκείνες τις ώρες, και με την αγωνία μου να μεγαλώνει, μετάνιωσα αρκετές φορές που δε σου ζήτησα να έρθεις μαζί μου. Ευτυχώς όμως που δεν το έκανα…

Λίγο πριν το χάραμα το φτυάρι χτύπησε κάτι σκληρό. Ακούστηκε καθαρά ο ήχος του ξύλου. Βούτηξα μέσα στο σκάμμα. Τυφλωμένος από την επιτυχία, άρχισα να σκάβω πυρετωδώς με τα χέρια. Ανέσυρα με δυσκολία ένα πολύ βαρύ μπαούλο και το καθάρισα από το χώμα. Με το φτυάρι έσπασα το λουκέτο κι άνοιξα το καπάκι.

Ω, φίλε μου, δεν μπορείς να φανταστείς το θέαμα. Είχα μείνει έκθαμβος από το μεγαλείο του πλούτου που τόσους αιώνες έκρυβε τούτη η κασέλα.

Όσο μπορούσα πιο γρήγορα φόρτωσα το μπαούλο στο πορτ-μπαγκάζ του τζιπ που είχα νοικιάσει. Ξημέρωνε κι έπρεπε να επιστρέψω χωρίς να με δει κανείς. Όταν έφτασα στο ξενοδοχείο η πόλη είχε μπει κανονικά στους καθημερινούς ρυθμούς της. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο να μεταφέρω την ανακάλυψή μου στο δωμάτιο. Προτίμησα να την αφήσω στο αμάξι, το οποίο άλλωστε ήταν ασφαλές στο πάρκινγκ του ξενοδοχείου και να αναχωρήσω το απόγευμα για την Αθήνα.

Ανέβηκα στο δωμάτιο. Έδωσα εντολή στη ρεσεψιόν να μη μ’ ενοχλήσει κανείς πριν πέσει ο ήλιος. Ένοιωθα πολύ κουρασμένος. Αποφάσισα να κοιμηθώ μέχρι να βραδιάσει οπότε και θα έφευγα με μεγαλύτερη μυστικότητα. Αλίμονο! Ξύπνησα την επόμενη μέρα το απόγευμα και διαπίστωσα ότι δεν ήμουν ικανός να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ψηνόμουνα στον πυρετό και στις παλάμες μου είχαν ανοίξει μεγάλες χαρακιές από όπου έτρεχε αίμα και πύον. Τρόμαξα πάρα πολύ. Ζήτησα να μου στείλουν ένα γιατρό. Ο γιατρός που μ’ εξέτασε μίλησε για μια ασυνήθιστη αλλεργία και μου σύστησε να μεταφερθώ αμέσως το νοσοκομείο. Αρνήθηκα, αλλά ήταν ανένδοτος. Μεταφέρθηκα με ασθενοφόρο στο δημόσιο νοσοκομείο της πόλης. Επί πέντε ημέρες πέρασα όλες τις εξετάσεις, αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν την αιτία του προβλήματος.

Παρά τη φροντίδα και τα φάρμακα η κατάσταση μου επιδεινώθηκε. Το κορμί μου άρχισε να σχίζεται σαν σαπισμένο κρέας. Πότε στο στομάχι, πότε στα πόδια ακόμη και στο πρόσωπο. Οι γιατροί μιλούσαν για κάποια άγνωστη μορφή καρκίνου, όμως εγώ ήξερα πια τι έφταιγε. Την έκτη νύχτα αφού κατάπια μια διπλή δόση μορφίνης που μου χορηγούσαν αφειδώς, σηκώθηκα. Ντύθηκα και ανεπαίσθητα γλίστρησα έξω από το νοσοκομείο χρησιμοποιώντας την έξοδο κινδύνου. Σύρθηκα ως το ξενοδοχείο. Το αμάξι μου ήταν ακόμη στο πάρκινγκ και μ’ ένα γενναίο φιλοδώρημα έπεισα τον φύλακα, που με κοίταζε μισός με οίκτο, μισός με αηδία, να πάρω το όχημα. Τράβηξα απευθείας για το μέρος όπου ξέθαψα αυτή την κατάρα. Ούτε εγώ ξέρω που βρήκα τη δύναμη να ξεφορτώσω την κασέλα και να την παραχώσω, όσο καλύτερα μπορούσα, στο ίδιο σημείο σπρώχνοντας με τα χέρια μου το χώμα από πάνω. Ύστερα ανέβηκα στο αμάξι και βγήκα στην εθνική. Οι δυνάμεις μου μ’ εγκατέλειψαν. Σταμάτησα στην άκρη και λιποθύμησα. Το πρωί ξύπνησα και πάλι στο νοσοκομείο όπου οι γιατροί αφού με κατσάδιασαν μου εξήγησαν πως –για… καλή μου τύχη - κάποιος περαστικός οδηγός με είδε σε άθλια κατάσταση στον δρόμο και ειδοποίησε την αστυνομία.

Ήλπιζα ότι αυτή μου η κίνηση θα ανέστρεφε τη μοιραία μου κατάληξη. Τις πρώτες δυο ημέρες πίστεψα ότι τα κατάφερα. Η υγεία μου δε βελτιώθηκε, αλλά ούτε επιδεινώθηκε. Όμως εδώ και τέσσερις ημέρες τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία. Είναι λίγες, πολύ λίγες οι στιγμές που έχω πνευματική διαύγεια. Οι πληγές χάσκουν στο κορμί μου και πονάω φρικτά. Νοιώθω ότι πεθαίνω κυριολεκτικά ζωντανός. Οι γιατροί στέκονται συνήθως παράμερα και κουνάνε το κεφάλι τους απελπισμένα. Καταλαβαίνω ότι δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου.

Σου στέλνω αυτό το γράμμα για να σε προειδοποιήσω. Έχω εσωκλείσει το χειρόγραφο με τις οδηγίες για την ανακάλυψη του καταραμένου θησαυρού. Κάνε ό,τι νομίζεις Άρη. Σ’ ευχαριστώ για την αφοσίωσή σου. Συγγνώμη που στάθηκα, τόσο εγωιστής ακόμη κι απέναντί σου, αλλά –πίστεψέ με- η δική μου απληστία ίσως αποτελέσει τη σωτηρία σου.

Καλή τύχη, φίλε μου!

Θανάσης’

Τσαλάκωσα αναστατωμένος το χαρτί. Το φως των κεριών, που φώτιζε το μικρό μου δωμάτιο, δημιουργούσε περίεργες σκιές στον τοίχο. Τηλεφώνησα στο νοσοκομείο. Με πληροφόρησαν ότι ο Θανάσης είχε καταλήξει το προηγούμενο βράδυ. Ξανακοίταξα τον φάκελο. Μέσα ήταν όντως το μοιραίο χειρόγραφο. Το κοίταξα προσεκτικά. Όπως μου τα είχε πει ο άτυχος φίλος μου. Μια σύντομη ιστορία και στο τέλος του κειμένου ένας προχειροφτιαγμένος χάρτης που υποδείκνυε το ακριβές σημείο όπου έπρεπε να σκάψει ο άμυαλος αναγνώστης. Χωρίς δισταγμό το σήκωσα πάνω από το κηροπήγιο. Μια κατακόκκινη φλόγα κατάπιε το κιτρινισμένο χαρτί και μαζί όλο του τον τρόμο.

Friday, February 4, 2011

ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΣΑΙ


Με μυαλό ανοιχτό στις νέες ιδέες και συνάμα μιαν απίστευτη συντηρητικότητα αντικρίζω τις καινούργιες μάσκες στα πρόσωπα που τόσο καλά γνωρίζω.

Καλούμαι τώρα να φυτέψω δυο τριαντάφυλλα κι ένα κουφάρι σκύλου και να περιμένω ν' ανθίσει μια ροδιά. Διακρίνω όμως την έμφυτη ανασφάλειά μου ν' αυξάνεται κατακλύζουσα τραγικά το είναι μου και αναβάλω τις αποφάσεις μου.

Οι μέρες μου κυλούν βαρετά μέσα στο απόλυτο τίποτα. Σαν να μην υπήρξα ποτέ ή σαν να υπήρχα πάντα. Ο Θεός μου γνέφει χαμογελώντας ήρεμα, βέβαιος πως στο τέλος θα με κερδίσει. Θέλω να πω όσο πιο ισχυρός είσαι τόσο πιο μεγάλο το στήριγμα που χρειάζεσαι. Κι έτσι βαδίζω σιωπηλός κι ατάραχος προς τη Σωτηρία ή την Αιώνια Κόλαση.

Βυθίζομαι στην αδιατάρακτη ακινησία του Τίποτα. Μόνον οι εφιάλτες στις μακρές νύχτες μου θυμίζουν ότι υπάρχει ζωή στο σώμα αυτό που δείχνει νεκρό.

Εφιάλτες που δεν μ' αφήνουν να ξεφύγω απ' την σκέψη σου. Που με τιμωρούν για ό,τι κάνω και όσα παραλείπω. Που με βασανίζουν για τις ασυγχώρητες αμαρτίες μου.

Και γονατίζω να προσευχηθώ μα δεν βγαίνουν λέξεις γιατί είμαι άλαλος.

Εφιάλτες δίχως τέλος και μια όμορφη γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα που τη λένε Διάβολο, αλλά πιο σωστά να την έλεγαν Έρωτα, Πειρασμό, Πάθος.

Κι ύστερα ξυπνώ ιδρωμένος και νοιώθω ότι πνίγομαι, ότι δεν μπορώ ν' ανασάνω γιατί είμαι νεκρός.

Κι όταν απλώνω το χέρι μου αγκαλιάζω το απόλυτο τίποτα, μέσα στο οποίο, ίδια κι απαράλλακτα, κυλάνε όλες οι μέρες μου και θα 'πρεπε να ουρλιάζω από πόνο, αλλά δεν μπορώ γιατί είμαι αναίσθητος.

Αφομοιώνω σωρούς πνευματικών επιδράσεων και σιγά-σιγά μετατρέπομαι σ' ένα τέρας με δέκα κεφάλια και τρεις ψυχές. Έτσι που να τα χωράνε όλα, ν' ανήκω σ' όλους, να συμφωνώ με όλους.

Και μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα των μεταμφιέσεων έχασα το πρόσωπό μου και δεν μπορώ πια να το 'βρω γιατί είμαι βυθισμένος στη Λήθη.

Διοχετεύω τα συναισθήματά μου προς όλους ενώ στην πραγματικότητα μόνο για σένα αισθάνομαι κι έπειτα σιχαίνομαι τον εαυτό μου για όσα κάνει, μα δεν έχω τη δύναμη να το αλλάξω.

Έτσι που η ζωή μου είναι γεμάτη από συγκινήσεις και άδεια από ευτυχία αναρωτιέμαι πως οι άνθρωποι με τα χίλια πρόσωπα καταφέρνουν να είναι υγιείς.

Τώρα κι εσύ απομακρύνεσαι με αποφασιστικότητα και φρικιαστική ηρεμία. Και πίσω μου τρελλό χορό έστησαν οι Δαίμονες της Μοναξιάς που με αγκάθια αιχμηρά τρυπάνε τα πόδια μου και με ποτίζουν χολή και ξύδι.

Κι εγώ δεν έχω κουράγιο να σε κρατήσω και ίσως δεν έχω ούτε δικαίωμα γιατί ο δικός μου δρόμος

μοιάζει να είναι φτιαγμένος να χωράει μόνο εμένα ώστε να μπορούν οι άτακτοι δαίμονες να με βασανίζουν ανενόχλητοι κάθε στιγμή…

Να με θυμάσαι…

Tuesday, January 25, 2011

Η 'Μάγισσα'

Κάθομαι στο γραφείο στη μικρή μου σοφίτα και κοιτάζω έξω την νυχτερινή πόλη. Πέφτει ένα συνεχές, αραιό ψιλοβρόχι και ένα πέπλο ομίχλης καλύπτει την ατμόσφαιρα. Προσπαθώντας μάταια να καλύψει και τους εφιάλτες μου. Είναι μια ολόιδια νύχτα σαν κι εκείνη που σημάδεψε τη ζωή μου.


Δίδασκα τότε, ως αναπληρωτής, σ’ ένα ορεινό χωριό, πολλά χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Οι κάτοικοι ήταν άνθρωποι ήσυχοι, φιλόξενοι, χωρατατζήδες, έξω καρδιά που λένε. Είχαν σε μεγάλη υπόληψη τους πρωτευουσιάνους και δη τους γραμματιζούμενους. Εγώ ως νέος δάσκαλος στο χωριό έχαιρα ιδιαίτερης εκτίμησης. Έκανα παρέα με όλους, νέους και γέρους. Τα απογεύματα έβγαινα στο καφενείο της πλατείας και καθόμουν λίγο στο ένα τραπέζι, λίγο στο άλλο ώστε να μη προσβάλλω κανένα. Πιο πολύ, όμως, μου άρεσε η συντροφιά του Αντώνη. Ένα νέο παλικάρι, κοντά στην ηλικία μου, γεμάτο ζωή, χαρά και αισιοδοξία. Μου άρεσε η συντροφιά του γιατί με αποσπούσε από τις δικές μου μίζερες και μαύρες σκέψεις και με γέμιζε με τη δική του δύναμη και όρεξη για τη ζωή.

Ο Αντώνης δούλευε στη γειτονική πόλη σε οικοδομές. Ήταν ψηλός και λόγω της εργασίας του εξαιρετικά γεροδεμένος. Ίσως φανταστεί κανείς ότι εξαιτίας της επαρχιώτικης καταγωγής του και της χειρωνακτικής εργασίας του ήταν ένας απλός χωρικός χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις και ανησυχίες. Κι όμως ο Αντώνης, χωρίς να έχει προκόψει ιδιαίτερα στα γράμματα –προφανώς λόγω των οικονομικών αναγκών της οικογένειάς του- ήταν ένα ανήσυχο άτομο. Του άρεσε να διαβάζει λογοτεχνικά και φιλοσοφικά βιβλία και μέσω της ενασχόλησης του με την ανάγνωση είχε αποκτήσει μια αξιόλογη παιδεία έτσι ώστε οι συζητήσεις μαζί του μόνο βαρετές δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Ήταν μόνος του στη ζωή καθώς είχε χάσει τους γονείς του σε παιδική ηλικία από κάποια πυρκαγιά που είχε καταστρέψει το χωριό. Ο ίδιος γλίτωσε από θαύμα και το μόνο ενθύμιο που είχε από τους δικούς του ήταν ένα μενταγιόν που απεικόνιζε μια γοργόνα. Του το είχε περάσει η μάνα του στον λαιμό λίγο καιρό πριν τον θάνατό της για να του φέρνει τύχη.

Μαζί συζητούσαμε ώρες ατελείωτες για το έργο του Μπόρχες και του Κάφκα, για τη φιλοσοφία του Χάιντεγκερ και του Σαρτρ, για την ιδιαίτερη τέχνη του Μουνκ και του Έσερ. Κάθε μας συζήτηση ήταν μια αποκάλυψη και χαιρόμουν πολύ για τις αξιέπαινες ανησυχίες του συνομιλητή μου.

Όλα κυλούσαν ήσυχα στον ευλογημένο εκείνο τόπο ώσπου παρουσιάστηκε εκείνη.

Κανείς δεν ήταν σίγουρος από πού ήρθε. Άλλοι λέγανε από κάποιο μακρινό χωριό, άλλοι από την πρωτεύουσα, άλλοι πάλι από ξένο τόπο.


Ήταν πανέμορφη η Μαρκέλλα. Ψηλή, με πάλλευκη επιδερμίδα και ένα ολόισιο κατάμαυρο μαλλί που έφτανε μέχρι τη μέση της. Προκαλούσε το δέος και τον θαυμασμό όλων όσων την συναντούσαν, ωστόσο μιλούσε ελάχιστα, μόνο για τα απολύτως απαραίτητα, και τα μαύρα μάτια της είχαν μια περίεργη, απόκοσμη λάμψη ώστε κανείς να μη τολμά να την κοιτάξει κατάματα για πολύ ώρα.

Όταν την αντίκρισε ο Αντώνης έμεινε ενεός. Νομίζω ότι ήταν αυτό που λέμε κεραυνοβόλος έρωτας αφού από τότε δε σταμάταγε να μιλάει για κείνη και κάθε φορά που την αντίκριζε κάρφωνε το βλέμμα του πάνω της μαγεμένος και χανόταν στις δικές του ανομολόγητες σκέψεις. Στην αρχή τον πείραζα για τα συναισθήματα που του προκαλούσε αυτή η παράξενη κοπέλα, γρήγορα όμως κατάλαβα πως αυτό τον ενοχλούσε διότι δεν επρόκειτο για έναν απλό πόθο, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο· θαρρείς και στη μορφή της ενσαρκωνόταν όλα του τα όνειρα για τη ζωή.

Μέρα με τη μέρα τον έβλεπα να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στον έρωτά του για την Μαρκέλλα. Αραίωσε τις εμφανίσεις του στο καφενείο και όταν βρισκόμασταν μου μίλαγε μόνο γι αυτή και το πόσο μοναδική είναι. Προσπάθησε πολλές φορές να την προσεγγίσει, όμως εκείνη ήταν και προς αυτόν το ίδιο ψυχρή, τυπική και απόμακρη όσο και με όλους τους άλλους. Αποκλείεται να μην είχε καταλάβει τα συναισθήματα του Αντώνη διότι μια και μόνο ματιά στην έκφρασή του όταν την έβλεπε αρκούσε για να αποκαλύψει τη φλόγα που έκαιγε μέσα του για το πανέμορφο αλλά τόσο δυσπρόσιτο αυτό πλάσμα.


Κόντευε πρωτοχρονιά, τρεις μήνες μετά την άφιξη της Μαρκέλλας στο χωριό, όταν τον πέτυχα σε μια ερημική εξοχή να γράφει μανιωδώς σ’ ένα χαρτί. Στην πρώτη μου ερώτηση τι γράφει, αντέδρασε κάπως ενοχλημένος και έκρυψε τα χαρτιά του. Μετά όμως, σα να αναγνώρισε στο πρόσωπό μου τον καλό του φίλο, και να κατάλαβε ότι δεν χρειάζεται να κρύβεται από μένα μου εκμυστηρεύτηκε την αγωνία του.

Ήταν σχεδόν ένας μήνας τώρα που έγραφε ερωτικά ποιήματα για την Μαρκέλλα. Τη νύχτα, όταν ήταν σίγουρος πως κανείς δε θα τον έβλεπε, ανηφόριζε μέχρι το σπίτι της στο τέρμα σχεδόν του χωριού και τα πέταγε κάτω από την πόρτα της. Ανυπόγραφα. Δεν είχε τολμήσει να αποκαλύψει στο ερωτικό αντικείμενο του πόθου του ποιος ήταν ο μαγεμένος θαυμαστής της. Μιλήσαμε ώρα και μου εξήγησε ότι κάτι στο βλέμμα αυτής της κοπέλας τον απέτρεπε από το να εκφράσει ανοιχτά τον έρωτά του.

Τον παρότρυνα λέγοντάς του ότι είναι πανέμορφο παλικάρι, ότι αποκλείεται να την αφήσει ασυγκίνητη, και ότι στο κάτω της γραφής δεν μπορούσε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του γράφοντας και στέλνοντας ανώνυμα ποιήματα και λιώνοντας από τον πόθο του για μια γυναίκα. Ας της μιλούσε και αν τον απέρριπτε τουλάχιστον θα το έπαιρνε απόφαση και θα το ξεπερνούσε. Συμφώνησε μαζί μου και αποφάσισε ότι την επόμενη νύχτα, αντί να ρίξει το καθημερινό του σημείωμα θα χτυπούσε την πόρτα της Μαρκέλλας, και ευγενικά αλλά με θάρρος θα της αποκάλυπτε τον έρωτά του.

Μου ζήτησε τη συμπαράστασή μου, έτσι το επόμενο βράδυ, όταν όλο το χωριό είχε κοιμηθεί ξεκινήσαμε παρέα για το απόμακρο σπίτι της Μαρκέλλας. Έριχνε από νωρίς ένα αραιό, αλλά συνεχές ψιλοβρόχι, όπως τώρα, και προχωρούσαμε αμίλητοι , δίπλα- δίπλα βυθισμένοι στις σκέψεις μας. Εκείνος σκεφτόταν τον σκοτεινό του άγγελο, κι εγώ τη σκοτεινή μου ζωή, τον επόμενο χειμώνα που θα έπρεπε να τον περάσω στην Αθήνα.

Όταν φτάσαμε επιτέλους έξω από την αυλή της, του έσφιξα το μπράτσο και του είπα να μη δειλιάσει. Τα μάτια του έλαμπαν κι αυτό με έκανε να καταλάβω πως εκείνη τη στιγμή ήταν δυνατός και αγέρωχος όσο όταν τον είχα γνωρίσει. Όλοι του οι φόβοι, οι δισταγμοί, οι ενδοιασμοί είχαν φύγει και μια φωτεινή σιγουριά γαλήνευε το πρόσωπό του. Τον ρώτησα αν ήθελε να τον περιμένω. Μου είπε γελώντας ότι δεν υπήρχε λόγος να μείνω όλη τη νύχτα έξω με αυτή την βροχή και μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Χαμογέλασα και τον αγκάλιασα εγκάρδια.

Τον παρακολούθησα να κατευθύνεται με αποφασιστικότητα προς το κατώφλι της Μαρκέλλας. Στάθηκε παίρνοντας μια βαθιά ανάσα και χτύπησε ήρεμα, αλλά δυνατά την πόρτα. Η πόρτα άνοιξε, ένα μουντό φως, φως κεριών φώτισε το κατώφλι. Δεν διέκρινα εκείνη. Εκείνος μπήκε και η πόρτα έκλεισε.

Έστριψα ένα τσιγάρο και το κάπνισα αργά, απολαυστικά κάτω από τη φυλλωσιά ενός πλατάνου που με προστάτευε -κατά το δυνατόν- από τη βροχή. Από το σπίτι της Μαρκέλλας δεν ακουγόταν το παραμικρό. Έσβησα το τσιγάρο και πήρα τον δρόμο πίσω για το σπίτι μου. Η κούραση της ημέρας και η ένταση της νύχτας δε μου άφησε περιθώρια για πολλές σκέψεις πλάγιασα δίπλα στη ζεστασιά της ξυλόσομπας και αποκοιμήθηκα.


Κοιμήθηκα βαθιά, ασυνήθιστα βαριά. Ξύπνησα απότομα από βίαια χτυπήματα στην πόρτα μου. Αλλόφρονες χωρικοί, φώναζαν και χειρονομούσαν με ένταση. Μιλούσαν ή μάλλον έσκουζαν όλοι μαζί έντρομοι. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Μόνο ότι επρόκειτο για τον Αντώνη. Ντύθηκα βιαστικά και βγήκα μαζί τους στον δρόμο. Με οδηγούσαν, σχεδόν με έσερναν, προς την πλατεία του χωριού. Κάτω από το μεγάλο γέρικο πεύκο διέκρινα τον Αντώνη, ημίγυμνο, κουλουριασμένο σε εμβρυακή στάση. Έτρεξα πανικόβλητος κοντά του. Ήταν κάθιδρος κι έτρεμε σα να είχε πυρετό. Από τα μισάνοιχτα χείλη του έτρεχε αφρισμένο σάλιο και τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα, γεμάτα τρόμο, λες και είχε συναντήσει τον πιο αποτρόπαιο δαίμονα.

Προσπάθησα να τον συνεφέρω, με απαλά χτυπήματα στα μάγουλα. Του μίλαγα και τον ρωτούσα τι συνέβη, μα εκείνος απαντούσε με κάτι ασυνάρτητες, άναρθρες κραυγές, με ψευδίσματα και ακατάληπτους ήχους. Άρπαξα το πρόσωπό του στα χέρια μου και το έστρεψα έτσι ώστε να συναντήσω απευθείας τα μάτια του.

‘Τι έγινε, Αντώνη;’

‘Μακριά…μακριά…’ ήταν οι μόνες λέξεις που κατάφερα να ξεδιαλύνω από το παραλήρημά του.

Οι συγχωριανοί του με τράβηξαν βιαία και με ρώτησαν τι συνέβη. Δεν ήθελα να τους πω. Αλλά ήταν τέτοια η πίεσή τους που αναγκάστηκα να τους διηγηθώ ότι ήξερα για το προηγούμενο βράδυ. Μόλις άκουσαν την ιστορία μου, έτρεξαν όλοι μαζί κατά το σπίτι της Μαρκέλλας. Γύρισα να δω τον Αντώνη. Είχε γίνει άφαντος. Με όση δύναμη είχα έτρεξα πίσω από τους αλαφιασμένους χωρικούς. Φοβόμουν για κάτι χειρότερο που μας απειλούσε.

Ένα τσούρμο από δαύτους στέκονταν έξω από την πόρτα της και τη βροντούσαν με πάταγο. Η πόρτα δεν άνοιγε. Τότε δυο γεροδεμένοι άντρες έπεσαν με ορμή πάνω της και την έσπασαν. Έτρεξα γρήγορα να προλάβω το κακό. Όμως το σπίτι ήταν έρημο. Καμιά ένδειξη παρουσίας. Η φωτιά τρεμόπαιζε στο τζάκι, έτοιμη να σβήσει. Στο τραπέζι, στο κέντρο του μοναδικού δωματίου του σπιτιού, ένα κερί από ώρα σβησμένο κι ένα ανοιχτό βιβλίο. Γύρω στους τοίχους ράφια γεμάτα βιβλία. Πλησίασα. Παράξενα βιβλία. Γραμμένα σε μια γλώσσα αλλόκοτη. Δεν μπορούσα να προσδιορίσω με καμιά γνώση μου την προέλευση της. Κοίταζα μια-μια τις ράχες τους και μου φαινόταν σαν σκόρπια σύμβολα ατάκτως ερριμένα. Κανένα νόημα.

‘Δάσκαλε’ φώναξε κάποιος. ‘Κοίτα εδώ. Τι είναι αυτό;’

Η σελίδα του ανοιχτού βιβλίου πάνω στο τραπέζι ήταν άλλη μια τρομακτική έκπληξη. Μια μεγάλη φωτογραφία ενός αποκρυφιστικού συμβόλου κι από κάτω κάτι γραμμένο στην ίδια αλλόκοτη, άγνωστη σε μένα γλώσσα.

‘Μάγισσα! Μάγισσα!’, φώναζε το αλαφιασμένο πλήθος. Ξεχύθηκαν έξω στους μικρούς δρόμους του χωριού εξαγριωμένοι. Έψαξαν μέρες για την Μαρκέλλα. Είχε εξαφανιστεί. Το ίδιο και ο Αντώνης. Εγώ έψαχνα για τον φίλο μου. Αδιαφορούσα για την ‘μάγισσα’. Πήγα σε κάθε πιθανό μέρος. Σε κάθε προσωπική του ερημιά. Όπου ήξερα ότι του άρεσε να απομονώνεται. Πουθενά.

Κι όμως. Σε μένα έλαχε, και πάλι ο κλήρος να τον ανακαλύψω. Ήταν 7 ημέρες μετά τα συμβάντα. Περπατούσα μόνος στο μονοπάτι που οδηγούσε στην κορυφή του βουνού. Οι χωρικοί είχαν αλλάξει στάση. Δεν ήταν πια εγκάρδιοι και φιλικοί μαζί μου. Όταν εμφανιζόμουν στο καφενείο, έβλεπα την ενόχληση και την απέχθεια στο πρόσωπό τους. Με απέφευγαν και όταν τους χαιρετούσα εκείνοι απευθύνονταν στον διπλανό τους για να μιλήσουν τάχα για κάποιο πρόβλημα στα χωράφια τους, λες και μόλις τότε το είχαν ανακαλύψει. Μετά από δυο-τρεις τέτοιες προσπάθειες σταμάτησα να κατεβαίνω στην πλατεία. Έπαιρνα τις ερημιές. Αφενός έχοντας μια κρυφή ελπίδα ότι θα εντόπιζα τον Αντώνη. Αφετέρου γιατί δεν άντεχα τα καχύποπτα βλέμματα και την εχθρότητα των πρώην φίλων.


Υπήρχε μια στροφή στο μονοπάτι για το βουνό όπου ο δρόμος σχεδόν χανόταν. Με δυσκολία ένας άνθρωπος μπορούσε να περάσει ανάμεσα στα βράχια και μια όχι ιδιαίτερα βαθιά, αλλά σίγουρα απόκρημνη και επικίνδυνη χαράδρα απλωνόταν από κάτω. Κοίταξα με δέος στο βάθος της και διέκρινα με δυσκολία, μια σκούρα ογκώδη μάζα. Κατέβηκα με ιδιαίτερη προσπάθεια και προσοχή τα άγρια βράχια, στηριζόμενος σε ακανθώδεις θάμνους και πέτρες. Πλησίασα και διαπίστωσα πως επρόκειτο για ένα ακίνητο ανθρώπινο σώμα. Η πλάτη του ήταν γυρισμένη προς το μέρος μου. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια νίκησα τον φόβο μου, έπιασα το χέρι του και γύρισα το σώμα προς το μέρος μου. Τα νεκρά μάτια του Αντώνη καρφώθηκαν στα δικά μου. Γεμάτα ακόμη με τον ίδιο άφατο τρόμο, όπως τότε που τα αντίκρισα κάτω από το γέρικο πεύκο της πλατείας εκείνο το μοιραίο πρωινό.

Ο παπάς δεν δέχτηκε να τον θάψει στο κοιμητήριο της εκκλησίας. Τον παραχώσαμε σε μια γωνιά έξω από τον περίβολο του νεκροταφείου. Στην κηδεία δώσαμε το παρών μόνον εγώ, ο νεκροθάφτης, που για ένα φλασκί τσίπουρο δεν είχε αντίρρηση να κάνει ό,τι του ζητούσα, και ο γιατρός από τη διπλανή κωμόπολη τον οποίο φώναξα για να διαπιστώσει τον θάνατό του.

Κανείς από το χωριό, κανείς από τους ανθρώπους που τόσο αγάπησαν κάποτε τον Αντώνη, δεν δέχτηκε να παραστεί στην ιδιωτική και τόσο θλιβερή κηδεία του. Όλοι φοβόντουσαν ότι η μάγισσα τον είχε βρικολακιάσει. Η σωρός του ήταν ανίερη και αποκρουστική. Και μόνον το γεγονός ότι ήταν θαμμένος εκεί κοντά τους προκαλούσε τρόμο και με πολύ μεγάλη δυσκολία και απειλές για προσφυγή στη δικαιοσύνη κατάφερα να αποσπάσω τη συναίνεσή τους για την ταφή. Το μόνο κτέρισμα που τον συνόδευσε στην αιώνια κατοικία του ήταν το αγαπημένο του μενταγιόν με τη γοργόνα, που του είχε χαρίσει η μακαρίτισσα η μάνα του. Το μόνο εφόδιο του για το ταξίδι…

Το καλοκαίρι έληξε η σύμβασή μου ως αναπληρωτή. Έφυγα από το χωριό. Κανείς δε με αποχαιρέτησε. Κανείς δε μου μιλούσε από τη μέρα των τραγικών γεγονότων. Ακόμη και τα παιδιά στην τάξη έδειχναν φοβισμένα και επιφυλακτικά. Ακόμη δεν έχω καταλάβει πως εκείνος ο παράδεισος, μέσα σε μια νύχτα μετατράπηκε σε κόλαση.


Πέρασαν επτά χρόνια από τότε. Δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχάσω αυτή την αλλόκοτη ιστορία. Εφιάλτες στοίχειωναν τον ύπνο μου και μια ανεκπλήρωτη υποχρέωση προς τον Αντώνη δε μ’ άφηνε να ησυχάσω. Ένοιωθα υπεύθυνος για τον θάνατό του και δεν μπορούσα να το ξεπεράσω. Το φθινόπωρο που μας πέρασε έλαβα τις αποφάσεις μου.

Σηκώθηκα νωρίς το πρώτο Σάββατο του Οκτώβρη . Πήρα το πρωινό ΚΤΕΛ. Ύστερα από εφτά ώρες δρόμο έφτασα στην επαρχιακή πόλη. Μετά το τοπικό λεωφορείο, άλλη μια ώρα για το χωριό. Ήταν σούρουπο όταν αποβιβάστηκα στην πλατεία. Όλοι ήταν στο μοναδικό καφενείο. Ανέμελοι έπιναν τσίπουρα, έπαιζαν χαρτιά και τάβλι και έλεγαν χωρατά και κουτσομπολιά.

Όταν εμφανίστηκα μπροστά τους κοκάλωσαν. Κάθε συζήτηση διεκόπη. Όλοι είχαν καρφώσει το βλέμμα τους πάνω μου σα να έβλεπαν έναν παλιό εφιάλτη.

‘Μη με κοιτάτε, έτσι’ φώναξα. ‘Για εκείνον γύρισα. Ήρθα να τον βγάλω’…

Σα να μη με είχαν ακούσει καθόλου γύρισαν τις πλάτες και συνέχισαν τις ασχολίες και τις συζητήσεις τους από εκεί που τις είχαν διακόψει. Στεκόμουν απελπισμένος μπροστά στοπ καφενείο, αλλά κανείς δε με κοιτούσε. Κανείς δε μου έδινε σημασία. Λες και δεν υπήρχα. Λες και δεν είχα σώμα, φωνή, ύπαρξη. Ένα φάντασμα που δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό από κανένα.

Κοιμήθηκα λίγες ώρες και ανήσυχα στην αυλή του ερειπωμένου πια σπιτιού, εκεί όπου κάποτε έμενε η Μαρκέλλα. Εκεί όπου ξεροστάλιαζε ο Αντώνης πριν και αφού ρίξει τα ανώνυμα ποιήματά του κάτω από την πόρτα της. Χιλιάδες δαίμονες στοίχειωσαν τη νύχτα μου. Αχάραγα σηκώθηκα και τράβηξα για το σπίτι του νεκροθάφτη. Έχοντας υπόψη την αδυναμία του, είχα στην τσέπη ένα φλασκί τσίπουρο. Χτύπησα. Η ποντικίσια μορφή του εμφανίστηκε στην πόρτα.

‘Ήρθα για να τον βγάλουμε’ του είπα και πρότεινα το χέρι μου με το τσίπουρο.

Με κοίταξε σκοτεινά. Πήρε το φλασκί ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Μπήκε για λίγο στο σπίτι και εμφανίστηκε ξανά ύστερα από λίγο με το φτυάρι του στο χέρι.


Δεν ήταν πολύ βαθιά χωμένος ο Αντώνης. Σε λίγα λεπτά ακούστηκε ο κτύπος του φτυαριού πάνω στην φτωχική, σάπια κάσα. Ο νεκροθάφτης καθάρισε τα χώματα και ανέβηκε. Κατέβασε άλλη μια μεγάλη γουλιά αλκοόλ και ύστερα μου έδειξε τον τάφο σιωπηλά. Η υπόδειξη ήταν σαφής. Εγώ έπρεπε να ανοίξω το φέρετρο.

Πλησίασα διστακτικά. Κατέβηκα στο ρηχό σκάμμα. Τράβηξα το σάπιο, σκουληκιασμένο καπάκι. Ξεκαρφώθηκε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Το πέταξα πίσω. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.

Μέσα δεν αντίκρισα παρά μόνον ένα μαυρισμένο, γλιτσιασμένο μενταγιόν με τη μορφή μιας γοργόνας.

Saturday, January 8, 2011

ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ


Κάθε πρωί είναι η πρώτη μέρα της καινούργιας σου ζωής. Σηκώνεσαι όσο νωρίτερα μπορείς να αδράξεις την πρωινή αύρα.
Η σκιά σε τραβάει από το πόδι πίσω στα σκεπάσματα. Σου ψιθυρίζει σκοτεινές συμβουλές στ’ αυτί:
‘Που πας; Μείνε. Γιατί να ξυπνήσεις σήμερα;’
Κοιτάς από το παράθυρο τη μουντή μέρα. Βρέχει και κάνει κρύο και καταλαβαίνεις ότι είναι κάτι εκεί έξω που σε απειλεί. Ανακατεύεις αδιάφορα τον ζεστό καφέ και ανάβεις τσιγάρο.
Οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν σαν παλιές φωτογραφίες και δεν είσαι σίγουρος πια αν υπήρξες πριν, αν γεννήθηκες σήμερα ή αν είσαι ακόμη στη μήτρα και όλα τούτα δεν είναι πάρα ένα όνειρο.
Έξω η πόλη ξυπνάει με θόρυβο, αλλά δε σε νοιάζει γιατί δεν υπάρχει τίποτα δικό σου. Τίποτα να σε περιμένει. Ούτε μια καλή ή μια κακή στιγμή.
Ένα μόνιμο λυκόφως όπου διακρίνεις σκιές και περιγράμματα ποτέ όμως ξεκάθαρα πρόσωπα, πράγματα χαρακτηριστικά.
Το ράδιο παίζει τα ίδια χιλιοακουσμένα τραγούδια, που κάποτε σου άρεσαν, αλλά τώρα τα βρίσκεις αφόρητα βαρετά. Κλείνεις το ράδιο. Η σιωπή εκκωφαντική. Ο ήχος της χτυπάει σαν κομπρεσέρ τα μηλίγγια σου.
Αρνείσαι να κάνεις οτιδήποτε. Αρνείσαι ότι υπάρχεις. Δεν μπορεί… όλα είναι ένας εφιάλτης. Σε λίγο θα ξυπνήσεις και όλα αυτά θα έχουν διαλυθεί. Μια νέα ηλιόλουστη μέρα θα σε περιμένει, γεμάτη νέες συγκινήσεις, καλές και κακές στιγμές, καινούργια τραγούδια, έρωτες, ευκαιρίες…
Κάθε πρωί είναι η πρώτη μέρα της καινούργιας σου ζωής. Σηκώνεσαι όσο νωρίτερα μπορείς να αδράξεις την πρωινή αύρα.
Η σκιά είναι δίπλα σου. Σε αγκαλιάζει τρυφερά και ψιθυρίζει στο αυτί σου λυτρωτικές συμβουλές: ‘Πού πας; Μείνε στην αγκαλιά μου. Γιατί να ξυπνήσεις σήμερα; Γιατί καν να ξυπνήσεις ξανά;’…

Tuesday, October 26, 2010

Ο πρωθυπουργικός εκβιασμός και μια απάντηση


Ασχολούμαι αρκετά χρόνια με τα πολιτικά της χώρας. Μπορώ να παραδεχτώ ότι υπήρξαν πρωθυπουργοί που κινδυνολογούσαν. Ακόμη και κάποιοι που εμμέσως εκβίαζαν το εκλογικό σώμα. ‘Η εμείς η το χάος’. Είναι η πρώτη φορά όμως που βλέπω πρωθυπουργό, που ευθέως και ανερυθρίαστα, από τηλοψίας, απειλεί τον λαό ότι στην περίπτωση που δεν του δώσει πλειοψηφία σε αυτοδιοικητικές εκλογές θα οδηγηθεί στην καταστροφή.
Δεν ήταν μόνον θλιβερή, αλλά και βαθύτατα αντιδημοκρατική, η εικόνα που παρουσίασε, ο Έλληνας πρωθυπουργός στην χθεσινή διακαναλική συνέντευξη, η οποία σημειωτέον, με δική του πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε.
Μέχρι πριν μια –δυο εβδομάδες ο κύριος Παπανδρέου, διακήρυσσε επιμόνως, ότι οι νοεμβριανές εκλογές αφορούν μόνον στην τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και στην κρίση των πολιτών για τον νέο αυτοδιοικητικό σχήμα του ‘Καλλικράτη’. Αρνιόταν πεισματικά την πρόκληση σύσσωμης της αντιπολίτευσης, η οποία έδινε δημοψηφισματικό χαρακτήρα στις εκλογές, ώστε ο λαός να εκφράσει την αντίθεσή του στο Μνημόνιο. Αυτό που μεσολάβησε τις τελευταίες ημέρες, ώστε ο κύριος Παπανδρέου, να κάνει στροφή 180 μοιρών –όπως του είναι ιδιαίτερα προσφιλές- δεν ήταν τίποτα άλλο παρά τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, που έδειχναν καθαρά την οργή και την αντίθεση των Ελλήνων στην πολιτική του κυβερνώντος κόμματος.
Όταν ένας ολόκληρος λαός αντιτίθεται στις αποφάσεις της κυβέρνησης, που μόλις πριν ένα χρόνο ανέδειξε με αυξημένη πλειοψηφία, ο κάθε υπεύθυνος πρωθυπουργός δεν έχει παρά δυο επιλογές. Η μια είναι να συμμορφωθεί με τη λαϊκή βούληση. Η άλλη –στην περίπτωση που είναι πεπεισμένος ότι έχει δίκιο και ο λαός παρασύρεται από καταστροφικές σειρήνες- να διακηρύξει ότι εμμένει στην πολιτική του, ότι αδιαφορεί για το όποιο πολιτικό κόστος, και ότι το ορθό ή το λάθος των επιλογών του θα κριθεί στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Όταν αντιθέτως παρουσιάζεται στα ΜΜΕ, οδυρόμενος, αξιολύπητος, παρακαλώντας και απειλώντας το εκλογικό σώμα είναι προφανές ότι παραπαίει, δεν έχει καμιά βεβαιότητα για τον δρόμο που χαράζει και αυτό είναι η μόνη σίγουρη πορεία για να καταποντιστεί τη χώρα.
Για ακόμη μια φορά, διαβεβαίωσε τον ελληνικό λαό ότι δε θα γίνουν άλλες περικοπές από τους εργαζόμενους, τη στιγμή που όλοι οι εγχώριοι και διεθνείς αναλυτές διαβεβαιώνουν ότι θα χρειαστούν πρόσθετα μέτρα ώστε η χώρα μας να επιτύχει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι του κατοχικού στρατού στον οποίο την παρέδωσε η εξωνημένη πολιτική της ηγεσία. Μήπως ο ‘σοσιαλιστής’ πρωθυπουργός εννοεί ότι τα πρόσθετα μέτρα θα αφορούν στο μεγάλο κεφάλαιο; Στην πλουτοκρατία; Σ’ αυτούς που χρόνια τώρα καρπώνονται την υπεραξία της εργασίας του λαού; Αν είναι έτσι γιατί δεν μας το λέει ευθέως. Δε θα χρειαζόταν τότε να θέτει διλήμματα. Σύσσωμα τα λαϊκά στρώματα θα τάσσονταν στο πλευρό του.
Είναι όμως ηλίου φαεινότερον ότι ο κύριος Παπανδρέου ψεύδεται για ακόμη μια φορά. Αποκρύπτει τη λαίλαπα που θα ακολουθήσει μετά τις εκλογές και θα έχει στόχο και πάλι τους χαμηλόμισοθυς και τους χαμηλοσυνταξιούχους. Προσδοκά στην στήριξη της πολιτικής του από εκείνους ακριβώς που προτίθεται να φορτώσει με νέα δυσβάσταχτα βάρη.
Και γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν πείθει πλέον. Γι αυτό και απειλεί. Απειλεί ουσιαστικά τους δικούς του ψηφοφόρους, που σκέπτονται να αντιδράσουν σε μια πρωτοφανή, οικονομικά ακροδεξιά πολιτική, δια της καταψήφισης των επίσημων υποψηφίων του κυβερνώντος κόμματος.
Απειλεί με πρόωρες εκλογές, αστάθεια και επιστροφή του φάσματος της χρεοκοπίας. Αν όμως ο πρωθυπουργός αισθανόταν την ανάγκη να καταστήσει συνένοχο τον ελληνικό λαό στις αντιλαϊκές αποφάσεις του, δε χρειαζόταν να τις συνδέσει με τις αυτοδιοικητικού χαρακτήρα εκλογές του Νοέμβρη. Θα μπορούσε κάλλιστα να προκηρύξει δημοψήφισμα ούτως ώστε να πάρει μια και καλή την απάντηση για την τυχάρπαστη πολιτική του. Είναι, όμως, πολύ άβουλος, πολύ δειλός και πολύ μοιραίος για να φερθεί σαν υπεύθυνος ηγέτης. Προτιμά να θολώνει τα νερά, όπως προφανώς τον δασκαλεύουν οι υπερπόντιοι εργοδότες του.

Κάποια, ανεύθυνη και ανυποψίαστη οπαδός της κυβέρνησης, που –μάλλον με αυτά τα κριτήρια- τοποθέτησαν ως υφυπουργό παιδείας (!!!!) μας πληροφόρησε, μέσω των ‘αντικειμενικών’ δελτίων ειδήσεων, ότι ο Γιώργος Παπανδρέου δεν είναι ένας συνηθισμένος πρωθυπουργός. Είχε δίκιο. Όσο θυμάμαι τις πολιτικές εξελίξεις και όσο έχω μελετήσει την ιστορία, δεν βρίσκω άλλο πρωθυπουργό της νεώτερης (τουλάχιστον) Ελλάδας που επισήμως και δια της υπογραφής του να παραχώρησε τη διοίκηση της χώρας σε ξένη κατοχή. Ο φασίστας Μεταξάς, όταν οι Ιταλοί επέδωσαν το γνωστό τελεσίγραφο, απήντησε ΟΧΙ. Ο εθνικόφρων Κορυζής, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να βάλει την υπογραφή του στην επίσημη πράξη παράδοσης της χώρας στον κατακτητή. Ο Γιώργος Παπανδρέου είναι ο μόνος πρωθυπουργός που οικειοθελώς και σε κατάσταση ειρήνης παρέδωσε την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδας σε ‘στρατό’ κατοχής. Ίσως λόγω της ‘σοσιαλιστικής’ του παιδείας….

Σε λίγες ημέρες έχουμε εκλογές. Μολονότι πάντα συμμετείχα στις τοπικές εκλογές, εν αντιθέσει με τις εθνικές, διότι θεωρώ ότι η εκλογή των τοπικών αντιπροσώπων μας είναι απείρως σημαντικότερη του εθνικού εκλογικού καρναβαλιού, είναι η πρώτη φορά που θα απέχω, και καλώ και όλους τους Έλληνες να απέχουν από αυτή την οπερέτα, που από μόνοι τους οι πολιτικοί μετέτρεψαν σε δημοψήφισμα για την αποδοχή ή μη του αυτονόητου. Καλώ τους πάντες σε αποχή στέλνοντας το μήνυμα σ’ έναν εκβιαστή πρωθυπουργό ότι δεν καταθέτουμε τα όπλα στα πόδια των ξένων κατακτητών. Αν αυτός είναι εξωνημένος υπάρχει και ο κυρίαρχος λαός που μπορεί και ΘΑ αντισταθεί.
Κύριε Παπανδρέου, πάρε το αποτυχημένο τσίρκο σου και γύρνα στην πατρίδα σου. Όλο και κάποια θέση θα σου βρουν οι πάτρωνες σου. Ο λαός δεν εκβιάζεται!

Monday, May 24, 2010

Μια φορά κι έναν καιρό η Ευρωπαϊκή Ένωση…


Με αφορμή την οικονομική κρίση και τον εξαναγκασμό της Ελλάδας να καταφύγει στην ελεημοσύνη των ευρωπαίων εταίρων της για ν’ αποφύγει την πτώχευση, γίναμε μάρτυρες μιας αρνητικής συμπεριφοράς από κάποιους ευρωπαίους πολιτικούς και ιδιαίτερα της κυρίας Μέρκελ, συμπεριφορά που μας ξένισε και κακοφάνηκε. Πολλοί Έλληνες, αλλά κι ευρωπαίοι πολίτες, κατέκριναν την κυρία Μέρκελ, για την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος. Είπαν ότι φέρθηκε με άθλιο τρόπο απέναντι σε μια φίλη και σύμμαχη χώρα, ότι αντιμετώπισε με αυτοκρατορική αλαζονεία ένα εμπερίστατο μέλος της Ένωσης (ανεξάρτητα από τις δικές του ευθύνες για την κατάσταση στην οποία έχει εμπεριέλθει), ακόμη - ακόμη ότι με τη χρονοτριβή της ενίσχυσε την αδιαλλαξία των διεθνών αγορών εις βάρος της Ελλάδας, αλλά και άλλων ευρωπαϊκών κρατών που αντιμετωπίζουν ή πρόκειται να αντιμετωπίσουν παρόμοιο πρόβλημα. Έφτασαν να την κατηγορήσουν ότι με τη στάση της έβαλε σε κίνδυνο το ίδιο το ευρωπαϊκό νόμισμα στο οποίο στηρίζεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Είναι προφανές, σε όποιον αρέσκεται να μη μένει στην επιφάνεια, αλλά να εμβαθύνει στα γεγονότα, ότι οι κατηγορίες αυτές προς την κυρία Μέρκελ είναι ανυπόστατες και άδικες. Και είναι ανυπόστατες διότι η πρωθυπουργός της Γερμανίας, έκανε αυτό ακριβώς και στον χρόνο που έπρεπε ώστε να προασπίσει τα γερμανικά οικονομικά συμφέροντα και να εξαναγκάσει την Ελλάδα να δεχθεί με τους πιο επαχθείς όρους την ελεημοσύνη του ισχυρότερου μέλους της Ένωσης. Το οικονομικό όφελος της Γερμανίας είναι εξόφθαλμο. Τίθεται, όμως το ερώτημα, κατά πόσο μια τέτοια συμπεριφορά συνάδει με την λεγόμενη αλληλεγγύη που θα όφειλαν να επιδεικνύουν μεταξύ τους τα μέλη μιας Ένωσης τέτοιας εμβέλειας και με τόσο μακρόπνοους στόχους. Αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα, ότι το θέμα αγγίζει πλέον τα όρια της ηθικής και ξεφεύγει εντελώς από τη ρεαλιστική πολιτική που ασκεί κάθε έθνος για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά του.

Στην ουσία λοιπόν, η κύρια Μέρκελ, κατηγορείται ότι χρησιμοποιεί την Ένωση κατά το δοκούν και πάντα με τρόπο που να βγαίνει κερδισμένη η χώρα της. Αυτό είναι μεν φυσιολογικό, για κάποιους όμως, είναι ανήθικο. Δεν ξέρω πόσο ονειροπόλος και ρομαντικός μπορεί να είναι ο καθένας μας, ασφαλώς όμως, δεν μπορεί να είναι τόσο αιθεροβάμων ώστε να φαντασιώνεται την ύπαρξη ενός ομοσπονδιακού υπερκράτους, του οποίου η κεντρική κυβέρνηση φροντίζει ισότιμα τα συνιστώσα μέλη χωρίς διακρίσεις. Μια τέτοια συμπεριφορά θα προϋπέθετε πράγματα που ούτε κατά διάνοια δεν ισχύουν στην περίπτωσή μας:

Θα προϋπέθετε μια Ευρώπη που έχει προχωρήσει πέρα από την επιφανειακή και αγοραία συμφωνία για οικονομική συνεργασία, σε μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη ενοποίηση. Θα είχε δηλαδή πετύχει μια ένωση πολιτική, μια ισχυρή ομοσπονδία κρατών, με κεντρική κυβέρνηση, αναλογικά και ισότιμα συγκροτημένη από εκπροσώπους όλων των μελών της. Μια κυβέρνηση που θα αποφάσιζε με γνώμονα το γενικό καλό όλης της Ένωσης χωρίς να διαχωρίζει τα κράτη σε πρώτης και δεύτερης ταχύτητας εταίρους. Που θα ψήφιζε νόμους ομοσπονδιακούς, με γενική ισχύ για όλους. Νόμους που θα στόχευαν στην ευνομία και σωστή λειτουργία όλου του σώματος. Θα θέσπιζε κανόνες που θα έπρεπε να γίνονται απ’ όλους σεβαστοί, αλλά θα αναλάμβανε και την υποχρέωση να ακούει και να σέβεται τα αιτήματα όλων των πολιτών της, από όποια γωνιά της ομοσπονδίας κι αν προέρχονταν.

Θα προϋπέθετε μια Ευρώπη των λαών και όχι των πολυεθνικών και των τραπεζών. Μια Ευρώπη που θα έκλεινε οριστικά την πόρτα της στις διεθνείς ‘αγορές’ (αυτός είναι ο ευφημισμός που χρησιμοποιείται πλέον ευρέως για να χαρακτηρίσει τους διεθνείς κερδοσκόπους) και στα αθέμιτα παιχνίδια τους. Θα ποινικοποιούσε την απληστία και την οικονομική ασυδοσία με αυστηρότατες ποινές, που θα ξεκινούσαν από μεγάλα πρόστιμα και θα έφταναν μέχρι και τη δήμευση της περιουσίας εκείνων των επιχειρήσεων που δε θα πειθαρχούσαν. Οι τιμωρίες θα εφαρμόζονταν επί των ενόχων αδιακρίτως και η ιδιωτική πρωτοβουλία εάν ήθελε την κερδοφορία θα αποδεχόταν πρώτα τους κοινωνικούς κανόνες που οι λαοί θα της επέβαλαν.

Μια τέτοια Ευρωπαϊκή Ένωση θα προάσπιζε τα δικαιώματα των πολιτών της, στην ελευθερία, στην εργασία, στην ασφάλεια, στις κοινωνικές παροχές. Θα ήταν αδέκαστη κι αταλάντευτη στον αγώνα της για την ευτυχία των λαών της. Κανείς εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός της δημοκρατίας και της λαϊκής βούλησης δεν θα μπορούσε να προκαλέσει πρόβλημα στην Ένωση.

Θα χάραζε εξωτερική πολιτική με βάση τις παγκόσμιες αξίες της Δικαιοσύνης, του ανθρωπισμού (και πρωτίστως του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής) και της ειρηνικής συνύπαρξης με όλα τα έθνη του κόσμου και δε θα έτρεχε ασμένως, σαν κομπάρσος, άθλιος χειροκροτητής πίσω από τις σκόνες που αφήνει στο πέρασμά της η αμερικανική υπερδύναμη. Θα ξεκαθάριζε στην αλαζονική υπερατλαντική αυτοκρατορία και στους μηχανισμούς ελέγχου της, ότι έχει δική της πολιτική, ότι δε δέχεται να συμμετάσχει σε βομβαρδισμούς αθώων πολιτών, σε δολοφονίες παιδιών, σε ισοπεδώσεις κρατών και λεηλασίες πολιτισμών. Ότι είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ, στην ειρηνική επίλυση κάθε παγκόσμιου προβλήματος, αλλά πάντα με γνώμονα τις ανθρωπιστικές αρχές οι οποίες προκύπτουν από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό αιώνων και που με τόσο αίμα (μέσα από τη συνεχή πάλη εναντίον της βαρβαρότητας) σ’ αυτή την ήπειρο στερεώσαμε έστω κι αν χρειάστηκε πολλές φορές να φάμε τις ίδιες μας τις σάρκες και να διαπράξουμε απίστευτες θηριωδίες. Με τους ίδιους όρους θα πρότεινε και την οικονομική συνεργασία μεταξύ των δυο Ενώσεων, προς όφελος του συμφέροντος και των δυο λαών.

Μια τέτοια Ένωση, θα φρόντιζε να ενισχύσει τη βοήθεια της στις οικονομικά αδύναμες χώρες του τρίτου κόσμου. Αντί να μαζεύει στα εδάφη της καραβιές εξαθλιωμένων προσφύγων μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτεί με τόση χυδαιότητα την ανάγκη τους και ν’ αποκτήσει φτηνό εργατικό δυναμικό, θα λειτουργούσε ως πραγματικός οικονομικός γίγαντας, επενδύοντας κεφάλαια στις χώρες αυτές, χωρίς να θέτει αποικιοκρατικούς όρους και ν’ απαιτεί ανήθικα υπερκέρδη μέσω των διεφθαρμένων και διαπλεκόμενων κυβερνήσεων με τις οποίες θα συναλλασσόταν. Με διαφάνεια και υγιείς οικονομικά κανόνες θα βοηθούσε στην ανάπτυξη των φτωχών χωρών εξασφαλίζοντας αφ’ ενός πρόοδο για αυτές αφ’ ετέρου θεμιτά και νόμιμα κέρδη για την ίδια.

Μια πραγματική Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν τόσο ευαισθητοποιημένη στα θέματα του περιβάλλοντος ώστε να μη περιφέρει σαν άστεγη πόρνη την οικολογική της ανησυχία για την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των λαών της. Αντί να αναλώνεται σε ατελεύτητα πλούσια δείπνα στις διάφορες πρωτεύουσες του κόσμου με πρόσχημα τις συζητήσεις για το παγκόσμιο κλίμα που διαρκώς ανακυκλώνονται και ουδέποτε τελεσφορούν, θα χτύπαγε το χέρι στο τραπέζι απέναντι σε εκείνες τις δυνάμεις που αδιαφορούν για την καταστροφή του πλανήτη μας και θα απαιτούσε η άποψή της να γίνει σεβαστή.

Ακόμη μια Ένωση αληθινή, παρά την ομοσπονδιακή της κεντρική κυβέρνηση, θα φρόντιζε να προασπίσει και να αναδείξει τη διαφορετικότητα της κουλτούρας ενός εκάστου μέλους της, αντί να προσπαθεί να τις ομογενοποιήσει (δηλαδή κιμαδοποιήσει στη μεγάλη κρεατομηχανή της παγκοσμιοποίησης) διότι θα αποδεχόταν το προφανές, ότι δηλαδή ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι τόσο σπουδαίος ακριβώς επειδή κάθε λαός της Ευρώπης έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες και προσέφερε εξίσου με τις δικές του πρώτες ύλες στη διαμόρφωση αυτού του πολιτισμού. Θα φρόντιζε λοιπόν, η περί ης ο λόγος ένωση, να διακηρύξει παντού ότι το κάθε μέλος της δικαιούται (για να μην πω οφείλει) να κρατήσει αναλλοίωτα τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα μέλη έτσι ώστε να επιτευχθεί η αληθινή πολύ-πολιτισμικότητα η οποία ασφαλώς δε συνεπάγεται τη δια της βίας αφομοίωση σ’ ένα χωνευτήρι πολιτισμών. Η όποια ζύμωση και αλληλεπίδραση ανάμεσα στις κουλτούρες πρέπει να γίνεται φυσικά κι όχι εξαναγκαστικά διότι μόνον τότε το αποτέλεσμα είναι υγιές, συνενώνει τους λαούς σε κοινά ιδεώδη και δεν οπλίζει τα κανόνια της μισαλλοδοξίας και του εθνικισμού.

Υπάρχει, λοιπόν περιθώριο για μια τέτοια Ευρωπαϊκή Ένωση; Θεωρώ ότι προς το παρόν όχι. Οι συνθήκες δεν φαίνεται ότι έχουν ωριμάσει σ’ αυτόν τον βαθμό. Παρά τις διάφορες φωνές σημαντικών ανθρώπων στην Ευρώπη, που αφυπνίζονται και βλέπουν ότι αυτό το μόρφωμα που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε Ε.Ε., είναι μια χαλαρή κοινότητα, που ελάχιστα έως καθόλου ενδιαφέρεται για την προαγωγή του πολιτισμού μένοντας μόνον σε αγοραίες συναλλαγές οικονομικών συμφερόντων το γενικό κλίμα δεν επιτρέπει αισιοδοξία. Το αίτημα για μια κοινή, μεγάλη πατρίδα δεν είναι παρά το όραμα ορισμένων ονειροπόλων, που απλά ευχόμαστε να υλοποιηθεί σ’ ένα απροσδιόριστο μέλλον.

Κακώς λοιπόν κατηγορείται η κυρία Μέρκελ για τη συμπεριφορά της απέναντι στους αδύναμους αυτής της αγοραίας κοινότητας. Αυτός είναι ο ρόλος της κι αυτό οφείλει να κάνει. Σε μια Ευρώπη των Λαών και του Δικαίου, άνθρωποι σαν την κυρία Μέρκελ (και μαζί φυσικά τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτικών, των οποίων ο λόγος, εν έτει 2010, θυμίζει ακόμη μαυρογιαλούρειες εξαγγελίες περασμένων δεκαετιών) δεν θα έχουν καμιά θέση στην πολιτική. Θα είναι ξεπερασμένα ανδρείκελα, άλλων καιρών χωρίς ισχύ και γνώμη. Απολιθώματα δεινοσαύρων, που θα εκτίθενται στα μουσεία της πολιτικής σκέψης ως τρανά παραδείγματα προς αποφυγή. Ως άνθρωποι που είχαν τη δύναμη να κάνουν κάτι πολύ μεγάλο, αλλά προτίμησαν να μείνουν στο σκοτάδι, ως δειλοί, άβουλοι και μοιραίοι…

Friday, April 2, 2010

ΟΙ ΧΩΜΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΧΑΜΙΝΤΟΥΛΑΝ


Πάνε δυο χρόνια που έγραψα αυτό το κείμενο. Με αφορμή, τότε, τον φριχτό θάνατο μιας νεαρής κοπέλας, μετανάστριας, στη χωματερή των Άνω Λιοσίων, ήθελα να επισημάνω τις άθλιες συνθήκες τις οποίες ως κράτος, αλλά και ως κοινωνία, επιφυλάσσουμε για τους ανθρώπους που εγκατέλειψαν τη χώρα τους, και αναζήτησαν μια καλύτερη ζωή, περισσότερες ευκαιρίες, σε μια...αναπτυγμένη χώρα του δυτικού, 'πολιτισμένου' κόσμου. Παραμονές Πάσχα και τότε...Το άρθρο προοριζόταν για μια τοπική εφημερίδα, αλλά λόγω πληθώρας ύλης δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Το είχα σχεδόν ξεχάσει, όταν ο τραγικός θάνατος ενός παιδιού, του Χαμιντουλάν, ήρθε να μου υπενθυμίσει, ότι στα δυο αυτά χρόνια που πέρασαν, όχι μόνον δεν βελτιώθηκε η εθνική μας αφασία, αλλά -αντιθέτως- βυθιστήκαμε ακόμη πιο βαθιά στην αθλιότητα της αδιαφορίας, της απανθρωπιάς και της ξενοφοβίας. Αφιερωμένο στον Χαμιντουλάν και σε όλους τους πρόσφυγες του κόσμου που πίστεψαν -οι δύστυχοι- στη συνέχεια του αρχαίου μας μεγαλείου:

ΟΙ ΧΩΜΑΤΕΡΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ

Μέσα στο σύνηθες εορταστικό κλίμα της θεοσεβούς κατάνυξης και του πασχαλινού υπερκαταναλωτισμού στα ψιλά των ειδήσεων πέρασε ένα συγκλονιστικό γεγονός που αναδεικνύει την αηδιαστική υποκρισία της νεοελληνικής κοινωνίας.
Τραγικό θάνατο βρήκε μια 17χρονη μετανάστρια στη χωματερή των Άνω Λιοσίων, όταν συνεθλίβη από τις ρόδες ενός απορριμματοφόρου την ώρα που έψαχνε ανάμεσα στα σκουπίδια για κάτι φαγώσιμο. Η νεαρή κοπέλα ήταν έγκυος στον 7ο μήνα της κυήσεως και ανήκε στην...ομάδα των 300 περίπου ατόμων που ζουν πέριξ της χωματερής και συστηματικά αναζητούν τα προς το ζην μέσα στους τόνους των απορριμμάτων που παράγουμε εμείς οι υπόλοιποι καθώς πρέπει πολίτες.
Ασφαλώς δεν είναι η πρώτη φορά που ένα τέτοιο τραγικό ατύχημα λαμβάνει χώρα στον εν λόγω χώρο. Το ανησυχητικό όμως, είναι ότι κατά πάσα βεβαιότητα δεν θα είναι και η τελευταία.
Η είδηση αυτή τη φορά δεν προβλήθηκε ιδιαίτερα από τα κανάλια στα μεγάλα δελτία των 8. Θάφτηκε κάπου ανάμεσα στις προετοιμασίες για τον εορτασμό του Πάσχα, τη μεταφορά του αγίου φωτός και την άνοδο των τιμών των ζαρζαβατικών και των εριφίων. Προφανώς διότι οι καλοί δημοσιογράφοι και διευθυντές ειδήσεων δεν ήθελαν να χαλάσουν το κλίμα κατάνυξης της μεγάλης εβδομάδας και να ταράξουν την ιερή συγκίνηση των Ελλήνων που ως γνωστόν εξαγνίζονται και ανακαινίζονται θρησκευτικώς και ηθικώς, κάθε χρόνο αυτές τις ημέρες παρακολουθώντας το θείο δράμα.
Και όταν υπάρχει ένα τόσο συγκινητικό θείο δράμα, τα άλλα, τα ανθρώπινα δράματα, μοιραία περνούν σε δεύτερο πλάνο. Τα φώτα συγκεντρώνονται στις μεγάλες εκδηλώσεις, όπου η παρουσία των επιφανών πολιτικών και των λαμπερών αστέρων της διασκέδασης, επιβάλλει την συσσώρευση όλης της προσοχής μας. Τα υπόλοιπα μένουν στο σκοτάδι.
Και θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα πυκνό το σκοτάδι στη χωματερή των Άνω Λιοσίων εκείνη τη μέρα, όταν μια ακόμη απόκληρος της ζωής πολτοποιήθηκε από τις τεράστιες ρόδες του απορριμματοφόρου, μαζί με το αγέννητο παιδί της. Κι αν υπήρχε μια υποψία φωτός, θα έπρεπε αυτόματα να διαταχθεί απόλυτη τοπική συσκότιση διότι το θέαμα θα ήταν πολύ ανατριχιαστικό και μακάβριο και ίσως προκαλούσε στομαχικές διαταραχές στους ευαίσθητους καταναλωτές και κατά συνέπεια μείωση της αγοραστικής κίνησης.
Το ίδιο ανατριχιαστικό και μακάβριο είναι φυσικά και το θέαμα μιας ομάδας ανθρώπων που τρέχουν καθημερινά ανάμεσα στα απορριμματοφόρα, περιμένοντας να αδειάσουν τη νέα τους ‘σοδιά’, η οποία ασφαλώς θα περιέχει κάτι που όσο άχρηστο ή επικίνδυνο κι αν φάνηκε σ’ εμάς, σ’ εκείνους μπορεί να φανεί χρήσιμο ή σωτήριο. Χαλασμένα ή ληγμένα τρόφιμα, ανακατεμένα με χημικά απόβλητα, τροφές ποτισμένες με χλωρίνη και άλλα απορρυπαντικά, είναι ασφαλώς ακατάλληλη τροφή για μας τους καθωσπρέπει πολίτες και για τα παιδιά μας. Όμως είναι ό,τι πρέπει για την...περίεργη, ‘μεταλλαγμένη’ φυλή των σκουπιδοφάγων, και μπορεί μια χαρά να αναθρέψει τα δικά τους παιδιά. Αυτοί άλλωστε δεν είναι σαν εμάς.
Είναι οι ξένοι. Είναι οι Άλλοι. Και πολύ τους είναι που καταδεχόμαστε να τους προσφέρουμε τα σαπισμένα απομεινάρια της δικής μας ευμάρειας, και να τους συντηρούμε στη ζωή χάρη σ’ αυτή την πατροπαράδοτη ελληνική φιλο-ξενία, την πολυδιαφημισμένη ανοχή μας απέναντι στον Άλλον.
Αυτή μας η αξιοσημείωτη ανθρωπιστική ευαισθησία σφυρηλατήθηκε ιδιαιτέρως στα χρόνια του ελεύθερου νεοελληνικού μας βίου, από το 1821 κι εντεύθεν, και στηρίχτηκε ως γνωστόν στους δυο πυλώνες της εθνικής μας ταυτότητας: αφενός στην ευθύνη που μας κληροδότησε η απευθείας καταγωγή μας από τους σπουδαίους αρχαίους προγόνους μας, αφετέρου δε στο συγκλονιστικό μήνυμα της Αγάπης με το οποίο μας μπόλιασε η χριστιανική μας παράδοση.
Έτσι διαμορφώθηκε ο σύγχρονος ελληνοχριστιανικός πολιτισμός για τον οποίο είμαστε τόσο περήφανοι και εξαιτίας του οποίου είμαστε τόσο ένθερμα ανθρωπιστές και φανατικά αντιρατσιστές, ώστε να επιτρέπουμε σε περιθωριακές ομάδες βαρβάρων να επιβιώνουν στις ανεξέλεγκτες χωματερές μας, και να ποτίζουν με το αίμα τους τα σκουπίδια μας, τρέφοντας το σάπιο δέντρο της νεοελληνικής μας αφασίας. Αρκεί να μη μας πολυσκοτίζουν με τις διαμαρτυρίες τους και τη διεκδίκηση ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Ενίοτε δε τους προσφέρουμε και εργασία, με το σπουδαίο μεροκάματο των 2 ευρώ την ώρα, άσχετα που οι αχάριστοι αυτοί δεν μένουν ως όφειλαν υπόχρεοι από την πρωτοφανή γενναιοδωρία μας. Έτσι κατοχυρώνουμε και το ιερό μας δικαίωμα να τους λιντσάρουμε κάθε φορά που θα τολμήσουν να ζητιανέψουν μια αξιοπρεπέστερη αμοιβή για τον μόχθο τους.
Μίλησα πιο πριν για αυτή την νέα, περίεργη ‘φυλή’. Τη φυλή των ανθρώπων που ζουν μέσα στα σκουπίδια, παρέα με τα ποντίκια. Των ανθρώπων που έφυγαν από τον τόπο τους για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον, σε μια πιο προοδευμένη τεχνολογικά και οικονομικά χώρα. Προφανώς δεν σκέφτηκαν ότι η πρόοδος στην οικονομία και στην τεχνολογία δεν συμβαδίζει απαραίτητα και με την πρόοδο στον ανθρωπισμό.
Αντιθέτως –δυστυχώς- πολύ συχνότερα παράγει οπισθοδρόμηση στις συνειδήσεις, φιλοτομαρισμό και υποκρισία. Παράγει αδιαφορία και έκπτωση στις ανθρωπιστικές αξίες. Παράγει οδυνηρά μεγάλα κενά στην Αγάπη και στην Αλληλεγγύη. Και ασφαλώς τόνους σκουπιδιών στις χωματερές μέσα στις οποίες πολτοποιούνται αγαθά, ψυχές και πολύ συχνά ζωές. Οι ζωές των Άλλων.
Εκείνο που αδυνατούμε να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι αυτή η νεοσύστατη φυλή των απόκληρων δεν βρίσκεται σε μια στατική κατάσταση μολονότι σήμερα αποτελείται από αλλοδαπούς μετανάστες• από ανθρώπους ξένους, μη οικείους. Έχει, αντιθέτως, μια τρομερή δυναμική γιατί ουσιαστικά απαρτίζεται από τους παρίες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, τους απόκληρους του απάνθρωπου υλικού ευδαιμονισμού, τα αθύρματα των μεγάλων κοινωνικών αδικιών.
Η σύνθεση της φυλής δεν είναι παγιωμένη. Ουσιαστικά είναι μια μεγάλη δίνη μέσα στην οποία πέφτουν διαρκώς περισσότερα θύματα. Σήμερα είναι οι ξένοι, αύριο θα ακολουθήσουν οι περιθωριοποιημένοι της ελληνικής κοινωνίας, και πολύ σύντομα όλοι οι μη προνομιούχοι του απάνθρωπου συστήματος που παράγει στρατιές νεόπτωχων και τόσο προκλητικά αδιαφορεί και για την αξιοπρέπεια και για την ίδια τη ζωή.
Σήμερα κλείνουμε τα αυτιά και τα μάτια μας στις ενοχλητικές διαμαρτυρίες-κραυγές αγωνίας, των ‘ηττημένων’ της ζωής διότι μας χαλάνε τη σούπα της πολιτισμένης και οικονομικά εύρωστης χώρας μας. Μας προκαλούν ένα σφίξιμο στο στομάχι και μας κόβουν την αδηφάγο όρεξή μας.
Αύριο, όμως, όταν θα είμαστε εμείς τα μέλη της φυλής που θα φωνάζουμε και θα εκλιπαρούμε, πολύ φοβάμαι, ότι δεν θα έχει μείνει κανείς πλέον να ακούσει.


Άρης Σείριος
29 Απρ. 08

Tuesday, March 23, 2010

ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ


Κι έπειτα ξαναγυρίζεις στην απομόνωση. Στη γλυκιά μοναξιά των προστατευτικών τοίχων σου. Των βαμμένων με μπογιά παραίτησης και ένα λεπτό στρώμα βερνικιού απελπισίας. Σε σκούρο τόνο.

Από τα παράθυρα δεν μπορείς να κοιτάξεις κάτω τον δρόμο. Τα παράθυρα είναι καθρέφτες και το μόνο που βλέπεις είναι το είδωλο της εξοργιστικής ματαιοδοξίας σου να μορφοποιήσεις το χάος. Έτσι που σου γελάει ειρωνικά, κυνικά, με τα μάτια του να πετάνε φλόγες απαξίωσης και εξευτελισμού.

Κάθεσαι λίγο στον καναπέ, δήθεν να διαβάσεις ένα βιβλίο, να ξεχαστείς, και το βλέμμα σου μένει καρφωμένο στο απροσπέλαστο παράθυρο. Σκέφτεσαι αν το άνοιγα; Αν το έσπαγα. Αν πήδαγα κάτω και γινόμουνα μια κόκκινη κηλίδα στον παγωμένο δρόμο;

Το παράθυρο δεν ανοίγει. Δε σπάει. Εγκλωβισμένος στον ίδιο σου τον προσωπικό χώρο. Αναγκασμένος να ακούς ξανά και ξανά τις ίδιες παρανοϊκές φωνές να δοκιμάζουν τις αντοχές σου. Τα ουρλιαχτά και τις οιμωγές. Τις νεκρικές ακολουθίες.

Σηκώνεις το ακουστικό του τηλεφώνου να καλέσεις βοήθεια. Νεκρό. Το δωμάτιο μικραίνει όλο και περισσότερο. Ασφυξία. Πρέπει ν’ ανοίξεις μια τρύπα, να βγάλεις το κεφάλι έξω...

Ξανασηκώνεις το βιβλίο.

Κεφάλαιο τρίτο...

Monday, March 15, 2010

Σοσιαλιστικός Καπιταλισμός


Φτάσαμε, λοιπόν στην ουσία αυτής της...μεγάλης ‘οικονομικής κρίσης’. Οι μάσκες έπεσαν και πλέον το σχέδιο αποκαλύφθηκε πλήρως ακόμη και στα μάτια όσων αρνούνταν και μέχρι πρότινος να το αντιληφθούν.

Τώρα πια το ακούς σε κάθε συζήτηση στον δρόμο, στον χώρο της εργασίας, εκεί που κάθεσαι με την παρέα για καφέ... Όλοι πλέον συμφωνούν σ’ αυτό που κάποιοι φωνάζαμε εξ αρχής, χαρακτηριζόμενοι ως υπερβολικοί:

Η κρίση είναι μια ακόμη σύλληψη και δημιουργία του φαύλου οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού με στόχο όχι πλέον την απόλυτη αφαίμαξη των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων, αλλά την εξαθλίωση τους, την πλήρη και –αν είναι δυνατόν- εκούσια υποταγή τους στα συμφέροντα και της ορέξεις των κεφαλαιοκρατών.

Η αντίδραση όλων ανεξαιρέτως των κυβερνήσεων, ευρωπαϊκών και αμερικανικής, για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης, έπεισαν και τον πιο αφελή ότι ο στόχος ήταν η εδραίωση της απόλυτης εξουσίας του διεθνούς κεφαλαίου και η απίσχνανση των δικαιωμάτων της εργατικής και της αστικής τάξης.

Αφού πρώτα ενισχύθηκαν χρηματικά, με πρωτοφανή προκλητικότητα, όλες οι τράπεζες, πολλές από τις οποίες είναι αυτές ακριβώς που συνέλαβαν και εξετέλεσαν το σχέδιο της κρίσης, στη συνέχεια οι...δημοκρατικές μας κυβερνήσεις στράφηκαν με λύσσα εναντίον των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων επιβάλλοντας κραυγαλέα άδικες περικοπές και εξαπολύοντας φοροεισπρακτικές καταιγίδες, απαξιώνοντας εν τέλει την αγοραστική δύναμη της πλειοψηφίας των καταναλωτών και βυθίζοντας την αγορά στο τέλμα. Ίσως απορεί κανείς πώς οι υπέρμαχοι της οικονομίας της αγοράς καταφέρουν τόσο βαριά χτυπήματα εναντίον της.

Είναι προφανές πως η περιγραφή της ως ‘ελεύθερης αγοράς’ ήταν μόνον ένα ευφημισμός για τα μάτια του κόσμου. Στην πραγματικότητα, αυτά τα άπληστα όρνια ενδιαφέρονταν πάντα για μια αγορά όχι ελεύθερη, αλλά απελπιστικά δέσμια του δικού τους σκοτεινού τραστ.

Και κυρίως ενδιαφέρονταν πάντα -και φαίνεται ότι το πετυχαίνουν επιτέλους- για τη δημιουργία άβουλων και φοβισμένων ανθρωποειδών, που θα μπορούν να καταναλώνουν (θα δείτε πως όταν ο στόχος επιτευχθεί πλήρως, θα επιστρέψει η οικονομική ευμάρεια, απούσης όμως της πολιτικής συνείδησης), αλλά όχι να διεκδικούν, να διαμαρτύρονται, να εναντιώνονται στα σχέδια των αφεντικών.

Απέναντι σ’ αυτή τη λαίλαπα του εξανδραποδισμού των συνειδήσεων δεν υπάρχει δυστυχώς στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ούτε ένα παράδειγμα σοβαρής και συγκροτημένης εναντίωσης, πέρα από σκόρπιες και αδύναμες αντιδράσεις που αποδεικνύονται φωνές βοώντων εν τη ερήμω. Θα περίμενε κανείς τα σοσιαλιστικά τουλάχιστον κόμματα της Γηραιάς Ηπείρου να επιχειρήσουν μια διαφορετική προσέγγιση της οικονομικής κρίσης. Είναι απορίας άξιον, πως όλοι αυτοί οι εξόχως ‘προοδευτικοί’ τύποι, που καβάλησαν την εξουσία σαν ξελιγωμένοι νεόπλουτοι Γαργαντούες, συμπορεύονται τόσο αγαστά με τον Λεβιάθαν της παγκόσμιας οικονομίας. Οι τόσο... πλούσιες, εναλλακτικές οικονομικές θεωρίες τους, ομοιάζουν με άθλια κουρέλια αλλοτινού υπερφίαλου μεγαλείου ώστε κυριολεκτικά να προκαλούν τον οίκτο. Στη θεωρία, οι σοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες της Ευρώπης είναι άπιαστοι και μπορούν να κομπορρημονούν επί ώρες για τις οικονομικές ανισότητες του καπιταλιστικού συστήματος, για την ανάγκη μιας κοινωνικότερης πολιτικής, ακόμη και για αναδιανομή του πλούτου έχουμε ακούσει. Και ακριβώς την ώρα που έρχεται η κρίση, μια κρίση που είναι αποκλειστικό δημιούργημα αυτού του απάνθρωπου οικονομικού συστήματος, βάζουν την ουρά κάτω από τα σκέλια και συντάσσονται με τις πιο αντιλαϊκές πολιτικές που τους υπαγορεύει το κεφάλαιο. Ίδιοι με μαριονέτες, παίζουν πειστικά το ρόλο των λαϊκών προστατών, στην πραγματικότητα όμως, δεν είναι τίποτα άλλο από αθύρματα στα χέρια εκείνων που κινούν τα νήματα.

Πώς γίνεται και κανείς από αυτούς τους ‘παρα-μορφωμένους και υπερ-προοδευτικούς σοσιαλίζοντες ηγέτες να μην έχει τούτη την ώρα διαφορετική ιδεολογικο-πολιτική προσέγγιση; Γιατί κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που προτείνονται από τις παγκόσμιες τράπεζες οι οποίες αποτελούν δυνάμεις κατοχής στην Ευρώπη; Γιατί κανείς απ’ αυτούς δεν εφαρμόζει τα σοσιαλιστικά μέτρα που τόσο ανέξοδα ευαγγελίζεται κατά τις προεκλογικές περιόδους για να βάλει σε άλλη ρότα την οικονομία;

Μας λένε κατάμουτρα κι εντελώς ανερυθρίαστα ότι θεωρητικά ο καπιταλισμός είναι κακός, αλλά τώρα που έχουμε κρίση πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με τον καπιταλιστικό τρόπο σκέψης. Το άκρον άωτον της φαυλότητας, της υποκρισίας και της κοροϊδίας.

Κρίνοντας από τη στάση του δικού μας (ελληνικού) ‘σοσιαλιστικού’ κόμματος, που επανήλθε στην εξουσία με προεκλογικές υποσχέσεις για δικαιότερη οικονομική πολιτική, καταπολέμηση της φτώχειας και της ανεργίας, επανασύσταση ενός κοινωνικού κράτους και άλλα παρόμοια ευχολόγια ποιος αισθάνεται αισιόδοξος για τη δημιουργία μιας Ευρώπης των λαών; Μιας Ευρώπης της Δικαιοσύνης και της Ισότητας;

Γιατί ο κοινωνικά ευαίσθητος πρωθυπουργός μας φρόντισε ασμένως να υιοθετήσει τα μέτρα που του επέβαλαν έξωθεν και τα οποία περιλαμβάνουν αύξηση των έμμεσων φόρων (της πιο άδικης –κατά κοινή ομολογία- φορολογίας, αφού επιβαρύνει το ίδιο έχοντες και μη), περικοπή μισθών και συντάξεων στον δημόσιο τομέα (που έχει ως άμεση αντανάκλαση το πάγωμα των αυξήσεων και την εργοδοτική τρομοκρατία στον ιδιωτικό τομέα), κατάργηση ασφαλιστικών δικαιωμάτων, αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και άλλα ‘προοδευτικά και σοσιαλιστικά’ παραμύθια;

Κι αφού έκρινε πως η ‘σοσιαλιστική’ ιδεολογία του είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας γιατί δε φροντίζει τουλάχιστον, ως αντιστάθμισμα αυτών των ‘σκληρών...αλλά δίκαιων’ μέτρων να προχωρήσει και σε ανάλογα σκληρές πολιτικές εναντίον των κεφαλαιοκρατών; Γιατί για παράδειγμα δε ζητάει από βιομηχάνους, εφοπλιστές, μεγαλοεπιχειρηματίες την καταβολή μιας εφάπαξ ενίσχυσης του κράτους, ας πούμε το 10% του φετινού τζίρου τους; Γιατί δεν υποχρεώνει τις βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων και τις εταιρίες εμπορίας τους να μειώσουν (ή τουλάχιστον να μην αυξήσουν) τις τιμές των προϊόντων για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται να ισχύουν αυτά τα επαχθή για τους ασθενέστερους μέτρα. Γιατί, ενώ φρόντισε να κόψει ένα μισθό από τον απλό εργαζόμενο, δεν επέβαλε στις τράπεζες να παραγράψουν μια ή δυο δόσεις από τα στεγαστικά δάνεια των πελατών τους; Γιατί αυτοί που θα πληρώσουν την δήθεν ανόρθωση της οικονομίας να είναι πάλι και αποκλειστικά αυτοί που πιέζονται και που σε τελική ανάλυση δεν ευθύνονται για την κατάντια της (τουλάχιστον άμεσα, διότι έμμεσα έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη εξ’ αιτίας των πολιτικών επιλογών τους);

Ας μας εξηγήσει επιτέλους ένας σύγχρονος (έστω κι εκσυγχρονιστής) σοσιαλιστής πολιτικός γιατί ο σοσιαλισμός του ομοιάζει τόσο τραγικά με τον πιο στυγνό οικονομικό φιλελευθερισμό;



Friday, February 26, 2010

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Και κάθε που βραδιάζει επιστρέφει ξανά, όπως το ήθελε ο ποιητής. Μόνον που δεν είναι ευτυχία. Δεν είναι πάθος, πόθος, προσδοκία. Είναι σκοτάδι...

Ανοίγεις διάπλατα τα παράθυρα, να μπει φρέσκος αέρας. Μάταιο...

Ορμά γυμνή η σκιά και κοπανιέται στους τοίχους, μετακινεί τα έπιπλα, αναποδογυρίζει τα κηροπήγια. Κάθεσαι ανήμπορος και περιμένεις...Η οργή της θα ξεθυμάνει κάποτε και τότε σα μικρή ερωμένη θα κουρνιάσει στο στήθος σου και θα χώσει το κεφαλάκι της στον κόρφο σου.

‘Δε σε κάλεσα’, λες βουρκώνοντας, την ώρα που το χέρι σου στοργικά χαϊδεύει τα μαλλιά της.

Εκείνη παραδομένη στη θαλπωρή της αγκαλιάς σου δεν έχει καιρό για εξηγήσεις. Είσαι δικός της και το ξέρει. Και το ξέρεις.

Γέρνεις το κεφάλι προς τα πίσω κι αφήνεις έναν πνιχτό αναστεναγμό. Με την άκρη της παλάμης σκουπίζεις την υποψία των δακρύων και ύστερα σκύβεις και της δίνεις ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο...

Monday, February 8, 2010

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Να λοιπόν, που έπρεπε να έρθουν οι ατέρμονες βροχές για να σκύψουμε λίγο πάνω από τον πόνο μας. Ν’ απαλλαγούμε από την επιπόλαιη ανεμελιά της θερμόπληκτης ραστώνης μας.

Και δρασκελίζοντας μ’ ένα μεγάλο βήμα τον μαντρότοιχο της αισιοδοξίας να επιστρέψουμε γαλήνια παραδομένοι στον κήπο της απόγνωσης.

Μετά αρχίζει ο μεγάλος χειμώνας και όλα θα μπουν στη θέση τους. Παγωμένα και ακίνητα. Παρανοϊκά λευκά. Αβάσταχτα άδεια. Όπως κάποτε που συνειδητοποιούσαμε έντρομοι το μάταιο των αγώνων.

Και μάθαμε να ονομάζουμε διάψευση την εξωμοσία των ηρώων. Ανθρώπινη αδυναμία την εξαγορά των συνειδήσεων. Ανάγκη επιβίωσης τον μιθριδατισμό.

Και μάθαμε να κοιτάμε με προσποιητή ειρωνεία όσους αρνούνταν συμβιβασμούς και συνδιαλλαγές. Να κουνάμε με πλαστή αγανάκτηση το κεφάλι μας κάθε φορά που ακούγαμε για Λεωνίδες και Θερμοπύλες.

Και μέσα μας, εκεί που φλόγιζε η καρδιά και πύρωνε η συνείδηση, φροντίζαμε να φτυαρίζουμε σωρούς το χιόνι, για να σταματήσουν λίγο οι ερινύες το φτερούγισμά τους.

Κι έτσι, αφού μάθαμε να ζούμε κάθε μέρα σαν να ήμασταν νεκροί, τίποτα δεν μπορεί να μας κουνήσει από την αυτιστική μας μακαριότητα.

Μόνο όταν ξεχνιόμαστε, καμιά φορά, στην απουσία των μεγάλων κρύων και των βροχών, πιάνουμε τον εαυτό μας να ονειρεύεται, να σχεδιάζει, να χαλυβδώνει τη συνείδηση. Και γρήγορα – γρήγορα, προτού μας βρει κανένα κακό, ξορκίζουμε το αμάρτημα και ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα στην παγωνιά της λογικής, κι έτσι σωζόμαστε.

Wednesday, December 30, 2009

Rob Marshall's Nine


Τι ωθεί, αλήθεια, τον καλλιτέχνη στη δημιουργία; Είναι η διαφορετική οπτική του στα πράγματα; Η ματαιόδοξη ανάγκη του για υστεροφημία; Η αβάσταχτη θλίψη του για την πεζότητα που καθημερινά αντικρίζει; Μήπως όλ’ αυτά μαζί; Ή μήπως και κάτι άλλο...κάτι που υπερβαίνει την κοινή νοημοσύνη και την πρακτική σκέψη της μάζας;

Ο καλλιτέχνης δημιουργεί, ωθούμενος από την αδήριτη, σχεδόν υποσυνείδητη ανάγκη του να υπερβεί την ανυπαρξία. Μεταστοιχειώνει τον θάνατο σε έρωτα χρησιμοποιώντας τέχνη.

Πόσες φορές στον άνισο αγώνα του γλιστράει, πέφτει. Πόσες φορές ξανασηκώνεται; (Αυτό δεν είναι το κριτήριο για την αξιολόγηση του καλλιτέχνη;)

Κατευθύνεται από την ίδια του τη φαντασία. Από το όνειρο, από το πάθος. Ο στόχος γίνεται σκοπός. Το ανικανοποίητο της φύσης του που τον οδηγεί στη δημιουργία, τον στοιχειώνει. Τον εκτρέπει σε άλλες οδούς. Σε μονοπάτια ηδονής και αυταρέσκειας. Τώρα είναι επείγουσα η ανάγκη να νικήσει τον δικό του θάνατο. Και είναι το ίδιο απαιτητική και δίκαια με την ευθύνη του για τη λύτρωση του κόσμου.

Δίψα για ζωή. Απληστία ευλογημένη και καταραμένη συνάμα. Τα πρόσωπα συγχέονται, αναμειγνύονται, παύουν να έχουν σημασία. Κάθε βράδυ χρειάζεται να είναι άλλη η πηγή της αθανασίας. Δεν είναι απλά ζήτημα αυτοεπιβεβαίωσης. Είναι όρος επιβίωσης. Η τέχνη είναι η θυσία του δημιουργού. Ο Όσκαρ Ουάιλντ λέει πως κάθε πορτραίτο που ζωγραφίζεται με συναίσθημα είναι πορτραίτο του καλλιτέχνη και όχι του μοντέλου. Του καλλιτέχνη που βυθισμένος στον κυκεώνα των συναισθημάτων συγκρούεται με την ηθική της κοινωνίας. Δηλαδή με την υποκρισία της αναγκαιότητας.

Και παραδίνεται στο εφήμερο. Βυθίζεται στην πλάνη. Συνουσιάζεται με το Λάθος.

Έως ότου η δίνη της σύγκρουσης παρασύρει το είναι του. Μέχρι να διακυβευτεί το υπέρτατο ιδανικό. Αυτό που αγαπά. Όταν νοιώθει ότι το χάνει επανέρχεται. Κι αυτό δεν είναι παραίτηση, συμβιβασμός, οπισθοχώρηση. Είναι κατάθεση ψυχής. Δεν μπορεί ν’ απαιτήσει από κανέναν κατανόηση. Ούτε από το πρόσωπο που λατρεύει. Καλλιτέχνης σημαίνει μοναξιά. Και πόνος. Και θλίψη. Και πάνω απ’ όλα Έρωτας. Κι αυτό είναι πάρα πολύ για όλους τους άλλους.

Άδικα αναζητάμε ένα σενάριο. Το σενάριο είναι η ίδια μας η ζωή. Όσο απαξιωτικά κι αν μας το χρεώνουν οι άλλοι, αυτό είναι το ίδιον. Το άλλο. Αυτό για το οποίο γινόμαστε αξιολάτρευτοι. Πληγώνει, αλλά και ζωοδοτεί. Σκοτεινιάζει και φωτίζει ταυτόχρονα. Είναι πληγή που αναβλύζει νέκταρ. Έστω κι αν κάποτε γίνεται τάφος. Και μας εξουθενώνει. Όταν το όραμα γυρίζει την πλάτη απαυδισμένο και μας εγκαταλείπει. Για πάντα.

Έτσι κι αλλιώς η αφοσίωση στο αγαπημένο είναι αυτονόητη. Η προσωπική θυσία του καλλιτέχνη για το υπέρτατο δεδομένη. Και η δημιουργία συνεχίζεται επ’ άπειρον...